200 χρόνια από την ελληνική επανάσταση: Αίτια και αποτελέσματα

200 χρόνια από την ελληνική επανάσταση: Αίτια και αποτελέσματα

 Όπως όλοι γνωρίζουμε, την 25η Μαρτίου το έθνος μας εορτάζει διπλό Ευαγγελισμό: την έναρξη της σωτηρίας του ανθρώπου με την ενσάρκωση του Χριστού, καθώς και την έναρξη της Eπανάστασης του Γένους εναντίον της Οθωμανική αυτοκρατορίας. Ειδικότερα φέτος, ο παγκόσμιος ελληνισμός εορτάζει πανηγυρικά τα 200 χρόνια από την Εθνεγερσία του 1821, με πληθώρα τιμητικών εκδηλώσεων για αυτό το διαχρονικής αξίας γεγονός.

   Πώς φτάσαμε όμως στην Επανάσταση;  Δεν γίνεται να μην ξεκινήσουμε από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Το γεγονός αυτό σήμανε την πτώση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και την υποδούλωση του Γένους στον οθωμανικό ζυγό για τους επόμενους 4 αιώνες.  Συνεπώς, όταν μιλάμε για τους Έλληνες την εποχή της Επανάστασης και ειδικότερα τους ανθρώπους που πήραν τα όπλα, δεν πρέπει να μας διαφεύγει το ότι αισθάνονταν κληρονόμοι και συνεχιστές του πιο σχετικά πρόσφατου αυτοκρατορικού παρελθόντος τους.

Η Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, σίγουρα δεν ήταν μία ελληνική αυτοκρατορία. Υπήρξε η μακροβιότερη πολυεθνική αυτοκρατορία με τρία όμως βασικά χαρακτηριστικά που την ενοποιούσαν στο διάβα των αιώνων: Το πρώτο είναι το ελληνορωμαϊκό δίκαιο, το δεύτερο η ορθόδοξη χριστιανική πίστη και το τρίτο η ελληνική γλώσσα, καθώς αυτή καθίσταται η επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας από τον 7ο αιώνα μ.Χ. Οι Έλληνες, «εξελληνίζουν» την ρωμαϊκή αυτοκρατορία σε μεγάλο βαθμό και οι ίδιοι λαμβάνουν αξιώματα τόσο πολιτικά όσο και στρατιωτικά. Παράλληλα ακμάζουν στο εμπόριο και στις επιστήμες. Υπό αυτό το πρίσμα, γίνεται κατανοητό ότι μία ταυτότητα σφυρηλατείται στο διάβα των αιώνων. Είναι αυτή του Ρωμιού. Έτσι οι οπλαρχηγοί κάνουν την Επανάσταση πρώτα για του Χριστού την Πίστη και μετά για την Ελευθερία. Η Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου το 1822 (άρθρο 2) εκφράζει αυτήν τη χριστιανική συνείδηση: «Ὃσοι αύτόχθονες κάτοικοι τῆς ἐπικρατείας τῆς Ἑλλάδος πιστεύουσιν εἰς Χριστόν, εἰσίν Ἓλληνες καί άπολαμβάνουσιν, ἂνευ τινός διαφορᾶς, ὃλων τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων.»

  Στο σημείο αυτό οφείλουμε να τονίσουμε την ιδιαίτερη συνεισφορά της Εκκλησίας στην διατήρηση της ελληνικής γλώσσας και της συνείδησης των Ρωμιών στα 400 χρόνια της σκλαβιάς. Τα γράμματα που μάθαιναν τα ελληνόπουλα της εποχής ήταν μέσα από το  «οχταήχι» όπως αποκαλείτο η οκτώηχος της εκκλησίας μας, το ψαλτήρι και το ευαγγέλιο.

  Η Οθωμανική αυτοκρατορία δεν στόχευε στην καθολική αφομοίωση των υπηκόων της και επέτρεπε κάποιο βαθμό άσκησης της θρησκευτικής λατρείας, πάντα με την προϋπόθεση ότι οι χριστιανικοί πληθυσμοί ήταν ειρηνικοί και κατέβαλαν την εξαιρετικά βαριά φορολογία στον Σουλτάνο. Σε περιόδους όμως έντασης, οι χριστιανοί υπέφεραν για την πίστη τους και μαρτυρούσαν υπέρ αυτής αρνούμενοι να αλλαξοπιστήσουν. Έτσι αναδείχθηκε το πλήθος των Νεομαρτύρων Αγίων μας. Επίσης, κατά διαστήματα, οι χριστιανοί ήταν υποχρεωμένοι να αποχωρίζονται από τα παιδιά τους, τα οποία βιαίως εξισλαμίζονταν ώστε να επανδρώσουν το επίλεκτο στρατιωτικό τάγμα των γενιτσάρων. Όσοι Έλληνες άφηναν την χριστιανική πίστη τους στην περίοδο της τουρκοκρατίας, ιστορικά αποκόβονταν και χάνονταν από το σώμα του συνειδητού Ελληνισμού, που παρέμενε χριστιανικός.

  Δεν ήταν όμως μόνο η θρησκευτική καταπίεση. Κατά τον 18ο  και 19ο αιώνα είχε αρχίσει να δημιουργείται μία ελληνική αστική τάξη βασιζόμενη στο εμπόριο και στη ναυτιλία. Η οθωμανική αυτοκρατορία λειτουργώντας με το φεουδαρχικό σκεπτικό, αδυνατεί να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα και να παρακολουθήσει την έκρηξη της βιομηχανικής επανάστασης. Ποτέ δεν προσπάθησε να δει μία ευκαιρία στην ενσωμάτωση αυτής της τάξης των ελλήνων εμπόρων στην τουρκική οικονομία, προσφέροντας τους προστασία και κρατική στήριξη όταν αυτοί την χρειάζονταν για να προστατευτούν από τον διεθνή ανταγωνισμό. Η άνθηση του εμπορίου και της ελληνικής ναυτιλίας συνέβαλαν στην βελτίωση της παιδείας στον ελληνικό χώρο.

  Η παιδεία στη χαραυγή της προεπαναστατικής περιόδου στον υπόδουλο ελληνικό χώρο όμως κρύβει και έναν μεγάλο διαχωρισμό: Από την μία πλευρά, η επικών διαστάσεων αφυπνιστική δράση του αγίου εθνοϊερομάρτυρα Κοσμά του Αιτωλού, όπως και των «κολλυβάδων» αγίων, αναγεννά την ορθόδοξη πατερική παράδοση και ξαναθυμίζει στο υπόδουλο Γένος την καθαρή συνείδηση της Ρωμιοσύνης. Από την άλλη πλευρά, Έλληνες που έζησαν, εργάστηκαν και σπούδασαν στην Ευρώπη, επηρεασμένοι από το Διαφωτισμό και την γαλλική και αμερικανική επανάσταση, μεταλαμπαδεύουν στους σκλαβωμένους Έλληνες αυτές τις ιδέες, που μαζί με όλη την θετική δίψα για ελευθερία και ανθρώπινα δικαιώματα, έφεραν έστω και αθέλητα το σαράκι μιάς πνευματικά αλλοιωμένης δυτικοποίησης, ιδιαίτερα ανάμεσα στους πολιτικούς της επανάστασης.

  Ενώ εκ μέρους των Ελλήνων είχαν προηγηθεί πάνω από 120 επαναστατικές απόπειρες στο παρελθόν, εκείνη του 1821 έμοιαζε να έχει τον καλύτερο συντονισμό και αυτό σίγουρα οφειλόταν στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας. Η Φιλική εταιρεία ιδρύεται το 1814 στην Οδησσό και υπήρξε η σημαντικότερη μυστική οργάνωση με στόχο την απελευθέρωση των Ελλήνων από τον Οθωμανικό ζυγό. Κύριοι ιδρυτές της θεωρούνται οι Εμμανουήλ Ξάνθος, Νικόλαος Σκουφάς και Αθανάσιος Τσακάλωφ, ενώ στα ιδρυτικά μέλη περιλαμβάνεται κι ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος. Η έκρηξη της Επανάστασης οργανώνεται με την συμμετοχή εμπόρων, εφοπλιστών, οπλαρχηγών και δασκάλων του Γένους.

  Από τα σημαντικότερα γεγονότα για το ξεκίνημα της Επανάστασης και τον γενικό ξεσηκωμό των Ελλήνων, υπήρξε η περίφημη επαναστατική προκήρυξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη με τίτλο «Μάχου Υπέρ Πίστεως και Πατρίδος». Ο Υψηλάντης κηρύσσει την Επανάσταση στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες την 24η Φεβρουάριου 1821. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός υψώνει το λάβαρο της Επαναστάσεως στην Αγία Λαύρα, όπου συγκεντρώθηκαν αγωνιστές και έδωσαν όρκο για την Επανάσταση ήδη στις 17 Μαρτίου. Στην συνέχεια ακολούθησε η απελευθέρωση της Καλαμάτας από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στις 23 Μαρτίου του ίδιου έτους. Η ταύτιση της ημέρας της Επανάστασης με την ημέρα του Ευαγγελισμού ήταν βαθύτερη επιθυμία του Αλέξανδρου Υψηλάντη αλλά και της Φιλικής Εταιρίας, γεγονός που αγκάλιασε κι ο λαός μας. Η επίσημη καθιέρωση του εορτασμού της ελληνικής Επανάστασης μαζί με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου έγινε με βασιλικό διάταγμα του 1838 από τον βασιλιά Όθωνα.

  Η κορύφωση του Αγώνα συμβαίνει με την κατάληψη της Τριπολιτσάς στις 23 Σεπτεμβρίου 1821 και την συνακόλουθη ανακήρυξη του πρώτου Συντάγματος κατά τις εργασίες της Εθνοσυνέλευσης της Επιδαύρου τον Ιανουάριο του 1822. Τα γεγονότα που ακολουθούν ενθαρρύνουν κι άλλο τους Έλληνες εξεγερμένους. Εκδικούμενος την γενοκτονική καταστροφή της Χίου από τους Τούρκους, ο Κανάρης πυρπολεί τη ναυαρχίδα του τουρκικού στόλου στα ανοιχτά της Χίου, σκοτώνοντας 2.000 Τούρκους μαζί με τον επικεφαλής της σφαγής της Χίου, Καρά Αλή, ενώ στις 26 Ιουλίου 1822, η στρατιά του Δράμαλη κατατροπώνεται από το στρατό των Επαναστατών στην θρυλική μάχη στα Δερβενάκια.

   Δυστυχώς όμως, η διχόνοια φώλιασε στο στρατόπεδο των Ελλήνων με αποτέλεσμα τους 2 ελληνικούς εμφυλίους κατά τα έτη 1824 και 1825. Οι Έλληνες χωρίστηκαν σε 2 κύρια στρατόπεδα αντιπαράθεσης. Από την μία οι οπλαρχηγοί και από την άλλοι οι πολιτικοί. Στο ενδιάμεσο οι προύχοντες τους οποίους προσπαθούσαν να προσεταιριστούν πότε οι πρώτοι και πότε οι δεύτεροι. Ένα από τα κύρια αίτια του εμφυλίου ήταν και η διαχείριση των δανείων που μόλις είχαν καταφέρει να λάβουν οι Επαναστάτες. Η εμφύλια διαμάχη είχε σχεδόν καταπνίξει το επαναστατικό εγχείρημα την ώρα που ο Ιμπραήμ αποβιβαζόταν στην Πελοπόννησο τον Φεβρουάριο του 1825  και ο Κιουταχής πολιορκούσε το Μεσολόγγι τον Απρίλιο του ίδιου έτους.

   Οι προηγούμενες άοκνες διπλωματικές προσπάθειες του Καποδίστρια ως υπουργού εξωτερικών της Ρωσίας αλλά και η νέα κυβέρνηση Κάνιγνκ στην Βρετανία τον Απρίλιο του 1827, έκαναν τις Μεγάλες Δυνάμεις να κατανοήσουν πως είναι προς το συμφέρον τους να βοηθήσουν την ανεξαρτησία των Ελλήνων την ώρα που κατέρρεε η Οθωμανική αυτοκρατορία. Παράλληλα, δημιουργείται έντονο φιλελληνικό κίνημα στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, συγκλονισμένο από τους αγώνες των Ελλήνων και το βαρύ φόρο αίματος απέναντι στους Τούρκους.

  Έτσι φτάνουμε στην ναυμαχία του Ναυαρίνου στις 20 Οκτωβρίου 1827 κατά την οποία οι ναυτικές δυνάμεις της Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας κατατρόπωσαν τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο μέσα από ένα τυχαίο περιστατικό επιταχύνοντας τις εξελίξεις. Η τελευταία μάχη του Αγώνα, το 1829 στην Πέτρα της Βοιωτίας, δίδεται από τον Δημήτριο Υψηλάντη, τον αδελφό του Αλέξανδρου που είχε δώσει την πρώτη μάχη της Επανάστασης.

  Τον επόμενο χρόνο του 1828, ο Καποδίστριας γίνεται δεκτός στο Ναύπλιο σε πανηγυρικό κλίμα και στις 3 Φεβρουαρίου 1830 υπογράφεται επίσημα στο Λονδίνο το Πρωτόκολλο Ανεξαρτησίας του ελληνικού κράτους.  Έτσι ιδρύεται το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος στην βάση του έθνους κράτους. Ήταν από τα πρώτα έθνη κράτη στην Ευρώπη και αποτέλεσε μεγάλη είδηση στην διεθνή πολιτική σκηνή.

  Στον απόηχο της επανάστασης, υπάρχει μεγάλη συζήτηση σχετικά με το αν το νέο ελληνικό κράτος απηχούσε τις επιδιώξεις των αγωνιστών. Σε αυτό το σημείο είναι γεγονός πως υπήρχαν διαφορετικές απόψεις ανάμεσα στους αγωνιστές και στην ελληνική πολιτική ελίτ. Από την χάρτα του Ρήγα, η οποία έκανε λόγο για μια χριστιανική πολυεθνική αυτοκρατορία περιλαμβάνοντας τα βαλκάνια –αντανακλώντας το βυζαντινό παρελθόν μας– καταλήξαμε  στην δημιουργία έθνους κράτους κατά τα δυτικά πρότυπα, αφήνοντας βεβαίως εκτός συνόρων τον μεγάλο ελληνισμό της ανατολικής μεσογείου. Μεγάλο ερώτημα τίθεται για το κατά πόσο αυτό ικανοποιούσε τις ανάγκες και τα οράματα του ελληνισμού – ενός  ελληνισμού που είχε μάθει να σκέπτεται και να κινείται οικουμενικά.

  Ο ιερός και τιτάνιος αγώνας της Ελληνικής Επανάστασης πέτυχε πρωτόγνωρα πολλά, ακόμη και αν δεν ολοκληρώθηκε. Οι οραματιστές και αγωνιστές της σίγουρα επιθυμούσαν ακόμη περισσότερα. Η απώλεια του Καποδίστρια και η βαυαροκρατία δεν ήταν η καλύτερη εξέλιξη για την πορεία του ελληνικού κράτους. Ας μας είναι αυτό παράδειγμα για το ότι η ελευθερία μας δεν είναι αυτονόητη ούτε δεδομένη, ούτε μας την δωρίζει κανείς. Κερδίζεται με φιλότιμο, επαγρύπνηση, πίστη, αίμα. Κανείς δεν έχει δικαίωμα να την αποστερεί από τον ελληνικό λαό, τα παιδιά των πολύπαθων ηρώων του ’21.

  Σε κάθε περίπτωση οφείλουμε απεριόριστη τιμή και αγάπη στους ανθρώπους που πέσανε ηρωικά για την πίστη και την ελευθερία μας και να παλέψουμε ώστε οι επόμενες γενιές να παραλάβουν μια καλύτερη πατρίδα. Γιατί έχουμε την ευλογία να έχουμε πια την δική μας!

Χρόνια πολλά!

Ζήτω η Ελλάς!