O βουλευτής Αχαΐας της ΝΙΚΗΣ, Σπυρίδων Τσιρώνης, κατήγγειλε το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών με τίτλο «Εκσυγχρονισμός και αναβάθμιση μεταφορών» ως ένα νομοθετικό οικοδόμημα που δεν αναβαθμίζει, αλλά αποδομεί τον δημόσιο χαρακτήρα των μεταφορών στη χώρα.
Ο κ. Τσιρώνης υποστήριξε ότι όλο το σκηνικό θυμίζει μια βίαιη και μεθοδευμένη ανακατανομή του μεταφορικού έργου από τους πολλούς στους λίγους: από τον βιοπαλαιστή αυτοκινητιστή, τον οδηγό ταξί και την τοπική αυτοδιοίκηση, προς τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους, τις πολυεθνικές πλατφόρμες και τις εταιρείες ενοικίασης αυτοκινήτων. Όπως σημείωσε, «η κυβέρνηση παρουσιάζει ένα νομοσχέδιο που μοιάζει να έχει γραφτεί όχι στις υπηρεσίες του Υπουργείου, αλλά στα γραφεία μεγάλων εταιρειών».
Στην ομιλία του έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι «το φάντασμα της τραγωδίας των Τεμπών εξακολουθεί να βαραίνει κάθε διάταξη που αφορά την ασφάλεια των συγκοινωνιών». Αντί, όπως είπε, η κυβέρνηση να ενισχύσει τον δημόσιο έλεγχο, να στελεχώσει τις κρίσιμες υπηρεσίες και να θωρακίσει την ασφάλεια των πολιτών, έφερε ένα πολυνομοσχέδιο 116 άρθρων που από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα αποπνέει εξυπηρέτηση συμφερόντων.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ χαρακτήρισε επίσης παρωδία τη διαδικασία διαβούλευσης στην Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου, επισημαίνοντας ότι οι φορείς κλήθηκαν να συμπυκνώσουν την αγωνία τους σε ελάχιστα λεπτά, χωρίς να υπάρξει ουσιαστική ανταπόκριση από την πολιτική ηγεσία. Παρά τις σοβαρές επιφυλάξεις της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ταξί, της ΚΕΔΕ και των εκπροσώπων των εργαζομένων, η κυβέρνηση, «δεν άλλαξε ούτε την ουσία ούτε τη φιλοσοφία των διατάξεων, γεγονός που αποδεικνύει ότι όλα ήταν προαποφασισμένα».
Ιδιαίτερα αιχμηρός υπήρξε για το κεφάλαιο του τεχνικού ελέγχου, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι αντί να ενισχύσει τα δημόσια ΚΤΕΟ και να προσλάβει μόνιμο προσωπικό, επιλέγει ένα πρόχειρο και επικίνδυνο σύστημα ελέγχων μέσω μητρώου ελεγκτών με εξάμηνη θητεία. Όπως υπογράμμισε, «ένα τέτοιο μοντέλο δεν εξασφαλίζει ούτε συνέχεια, ούτε ευθύνη, ούτε πραγματική ασφάλεια για τους πολίτες, ενώ αφήνει περιθώρια αδιαφάνειας και μεροληπτικής μεταχείρισης».
Σημαντικό μέρος της τοποθέτησής του αφιερώθηκε και στην τοπική αυτοδιοίκηση. Ο κ. Τσιρώνης κατήγγειλε ότι με το νομοσχέδιο αφαιρούνται από τους Δήμους κρίσιμες αρμοδιότητες, όπως η συντήρηση και εκμετάλλευση των στάσεων λεωφορείων, ώστε να συγκεντρωθούν σε κεντρικούς οργανισμούς και τελικά να αξιοποιηθούν ως πεδίο διαφημιστικής εκμετάλλευσης από μεγάλες εταιρείες. Σύμφωνα με τον ίδιο, «η κυβέρνηση δεν διορθώνει αδυναμίες της αυτοδιοίκησης, αλλά αρπάζει από τους Δήμους πόρους και δυνατότητες».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο άρθρο 44 για την ψηφιακή αξιολόγηση των οδηγών μέσω QR code, το οποίο χαρακτήρισε «σύστημα κοινωνικής βαθμολόγησης». Προειδοποίησε ότι ένας επαγγελματίας οδηγός κινδυνεύει να τεθεί στο έλεος ανώνυμων και ενδεχομένως κακόβουλων κρίσεων, χωρίς πραγματική δυνατότητα άμυνας, γεγονός που ανοίγει τον δρόμο στον εκβιασμό και στην απαξίωση της επαγγελματικής του υπόστασης.
Στα της ηλεκτροκίνησης, ο βουλευτής Αχαΐας της ΝΙΚΗΣ κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι επιβάλλει ένα μοντέλο χωρίς υποδομές, χωρίς δίκτυο φόρτισης και χωρίς οικονομική στήριξη για τους μικρούς επαγγελματίες. Υποστήριξε ότι το τεράστιο κόστος αγοράς ηλεκτρικών οχημάτων ουσιαστικά πετά εκτός αγοράς τους αυτοαπασχολούμενους και ανοίγει χώρο μόνο για μεγάλες εταιρείες με ισχυρή κεφαλαιακή επιφάνεια. Στην ίδια λογική ενέταξε και το άρθρο 69 για το ακατάσχετο των ενισχύσεων, σημειώνοντας ότι «ο τρόπος με τον οποίο διατυπώνεται ευνοεί ευθέως τους προμηθευτές οχημάτων και όχι τον επαγγελματία».
Κλείνοντας, υποστήριξε ότι το πραγματικό σχέδιο της κυβέρνησης είναι η πλατφορμοποίηση των μεταφορών και η σταδιακή παράδοση του κλάδου σε λίγους ισχυρούς παίκτες, με πρότυπο όσα εφαρμόστηκαν στην Αστυπάλαια. Τόνισε ότι «ο εκσυγχρονισμός δεν μπορεί να επιβάλλεται με όρους οικονομικού αποκλεισμού και κοινωνικής διάλυσης, αλλά οφείλει να στηρίζεται στον άνθρωπο, στον εργαζόμενο και στο δημόσιο συμφέρον».

