Δεκαοκτώ μήνες μετά την κοινοβουλευτική ερώτηση της ΝΙΚΗΣ για την κατάργηση του αναβαλλόμενου φόρου των τραπεζών, η κυβέρνηση εξακολουθεί να σιωπά. Η σιωπή αυτή δεν είναι αμέλεια, αλλά συνειδητή πολιτική επιλογή συγκάλυψης ενός προνομιακού καθεστώτος υπέρ των τραπεζών, την ώρα που η κοινωνία υφίσταται φορολογική αφαίμαξη διαρκείας.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Την περίοδο 2019 – 2025, τα συνολικά φορολογικά έσοδα αυξήθηκαν από € 51,2 δισ. σε € 71,1 δισ. (+€ 19,9 δισ., +38,9%). Ενδεικτικά, ο φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων αυξήθηκε από € 10,9 δισ. σε € 15,9 δισ. (+€ 5,0 δισ., +45,5%), πλήττοντας μισθωτούς και συνταξιούχους, ενώ ο ΦΠΑ – ο πιο άδικος φόρος – εκτοξεύθηκε από € 17,7 δισ. σε € 27,6 δισ. (+€ 9,95 δισ., +56,3%), αποτυπώνοντας την ακρίβεια και την υπερφορολόγηση της κατανάλωσης, η οποία ποτέ δεν επέστρεψε στην κοινωνία. Μετατράπηκε σε πρωτογενή πλεονάσματα € 4,7 δισ. το 2023, € 11,1 δισ. το 2024 και € 7,2 δισ. το 2025 – σωρευτικά € 23 δισ.
Την ίδια περίοδο, οι τράπεζες κατέγραψαν καθαρά κέρδη € 16,1 δισ. και, από το 2023 έως το 2025, διένειμαν € 5,2 δισ. σε εξωπραγματικά μερίσματα, κυρίως σε θεσμικούς επενδυτές και funds του εξωτερικού.
Κι όμως, ούτε λόγος για επιστροφή του αναβαλλόμενου φόρου : της κρατικής εγγύησης που αναγνωρίστηκε στις ανακεφαλαιοποιήσεις ως εποπτικό κεφάλαιο. Το αρχικά αναγνωρισμένο ποσό ξεπέρασε τα € 28 δισ. και, παρά τις κερδοφορίες, το υπόλοιπο τον Ιούνιο του 2025 παρέμενε στα € 11,8 δισ., δηλαδή το 44,6% του κεφαλαιακού κορμού των τραπεζών παραμένει κρατική εγγύηση σε βάρος του φορολογούμενου.
Η ΝΙΚΗ απαιτεί άμεση απάντηση στη Βουλή και κατάργηση αυτού του τραπεζικού προνομίου. Θεωρούμε αυτονόητη την αναστολή διανομής μερισμάτων έως την πλήρη εξάλειψη του αναβαλλόμενου φόρου, καθώς δεν μπορεί να επιτρέπεται η διανομή μυθικών κερδών από τις τράπεζες, για όσο χρόνο χρωστούν στο δημόσιο.
Θ.Ο. Οικονομίας ΝΙΚΗΣ


