Τους σοβαρούς προβληματισμούς της ΝΙΚΗΣ για τη συμφωνία μεταξύ του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη της Ελλάδας και του Υπουργείου Εσωτερικών της Σερβίας, που προβλέπει τη συγκρότηση κοινών αστυνομικών περιπολιών σε τουριστικά θέρετρα, ανέδειξε από το βήμα της Βουλής η βουλευτής Β1 Βόρειου – Δυτικού Τομέα Αττικής, Ασπασία Κουρουπάκη, κατά τη συζήτηση για την κύρωσή της.
Όπως τόνισε, πρόκειται για μια συμφωνία που δεν ενισχύει ουσιαστικά την ασφάλεια πολιτών και τουριστών, αλλά περιορίζεται κυρίως σε ένα επικοινωνιακό αποτέλεσμα, χωρίς πραγματικό επιχειρησιακό αντίκρισμα επί του πεδίου.
Η κ. Κουρουπάκη επεσήμανε ότι το πρώτο κρίσιμο ζήτημα αφορά την περιορισμένη επιχειρησιακή αυτονομία των Σέρβων αστυνομικών. Σύμφωνα με το κείμενο της συμφωνίας, οι αποσπασμένοι αστυνομικοί δεν φέρουν οπλισμό και δεν διαθέτουν πλήρεις αστυνομικές αρμοδιότητες, λειτουργώντας ουσιαστικά ως συνοδοί. Σε περίπτωση σοβαρού περιστατικού, εξαρτώνται αποκλειστικά από τις ελληνικές αστυνομικές δυνάμεις. Αν και αυτό είναι εύλογο από την άποψη της εθνικής κυριαρχίας, περιορίζει δραστικά την ουσιαστική συμβολή τους στην επιβολή της δημόσιας τάξης και γεννά ερωτήματα για τη σκοπιμότητα της συμφωνίας.
Πρόσθετη επιβάρυνση της Ελληνικής Αστυνομίας
Παράλληλα, η παρουσία αλλοδαπών αστυνομικών συνεπάγεται πρόσθετη επιβάρυνση για την Ελληνική Αστυνομία, καθώς απαιτεί συνεχή επίβλεψη από Έλληνες αστυνομικούς, σε μια περίοδο αυξημένων αναγκών και χρόνιων ελλείψεων προσωπικού.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο οικονομικό κόστος της συμφωνίας. Η χώρα υποδοχής, δηλαδή στην πράξη η Ελλάδα, υποχρεούται να διαθέτει τα μέσα μεταφοράς και την υλικοτεχνική υποστήριξη των κοινών περιπολιών. Σε περιόδους αυξημένης τουριστικής κίνησης, όπου τα διαθέσιμα μέσα είναι ήδη περιορισμένα, η ρύθμιση αυτή δημιουργεί πρόσθετο λειτουργικό βάρος για ένα σύστημα αστυνόμευσης που παραμένει υποστελεχωμένο και υποχρηματοδοτούμενο.
Η βουλευτής της ΝΙΚΗΣ στάθηκε επίσης στα ζητήματα αστικής ευθύνης. Σε περίπτωση που αλλοδαπός αστυνομικός προκαλέσει ζημία επί ελληνικού εδάφους, το ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται να αποζημιώσει τον παθόντα και στη συνέχεια να αναζητήσει το ποσό από το σερβικό κράτος, διαδικασία σύνθετη και χρονοβόρα, που εγκυμονεί κινδύνους άμεσης οικονομικής επιβάρυνσης.
Σημαντικά προβλήματα εντοπίζονται και στον τομέα της επικοινωνίας, καθώς η συμφωνία ορίζει ως γλώσσα εργασίας την αγγλική, χωρίς να απαιτείται γνώση ελληνικών ή σερβικών. Σε κρίσιμες επιχειρησιακές στιγμές, η γλωσσική ασάφεια μπορεί να οδηγήσει σε καθυστερήσεις ή λάθη.
Τέλος, η συμφωνία αυξάνει τον γραφειοκρατικό φόρτο των τοπικών αστυνομικών τμημάτων, καθώς προβλέπει πρόσθετες αναφορές και διοικητικές διαδικασίες, ιδιαίτερα σε περιοχές αυξημένης τουριστικής πίεσης.
Συνοψίζοντας, η Ασπασία Κουρουπάκη υπογράμμισε ότι η συμφωνία δεν ενισχύει την πραγματική αστυνομική ισχύ, αλλά μετατρέπει τους Σέρβους αστυνομικούς σε υποστηρικτικό και προξενικό προσωπικό, ενώ ταυτόχρονα επιβαρύνει τις ελληνικές υπηρεσίες. Για τους λόγους αυτούς, η ΝΙΚΗ καταψήφισε την κύρωση της συμφωνίας, επιμένοντας ότι η ασφάλεια των πολιτών απαιτεί ουσιαστική ενίσχυση των εθνικών δομών και όχι λύσεις εντυπώσεων.

