Η βουλευτής της ΝΙΚΗΣ στον Β1 Βόρειο Τομέα Αθηνών, Ασπασία Κουρουπάκη, άσκησε από το βήμα της Βουλής σκληρή κριτική στην κυβέρνηση, λέγοντας ότι «για την κυβέρνηση των ψεμάτων και της διαφθοράς κάθε ημέρα είναι και μία Πρωταπριλιά», με αφορμή τη δεύτερη δικογραφία για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ από την Ευρωπαία Εισαγγελέα, η οποία ζητά την άρση ασυλίας 11 βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας, ενώ, όπως είπε, στην υπόθεση «εμπλέκονται και ηχηρά ονόματα υπουργικών θέσεων».
Η βουλευτής της ΝΙΚΗΣ υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη δικογραφία «δεν είναι δώρο προς την κυβέρνηση», αλλά «δώρο προς τον ελληνικό λαό», γιατί, όπως σημείωσε, ο πολίτης αντιλαμβάνεται πλέον καθαρά τις πρακτικές της Νέας Δημοκρατίας και δεν αφήνει περιθώρια εξαπάτησης από «την κυβέρνηση των σκανδάλων, των υποκλοπών, του ΟΠΕΚΕΠΕ και της τραγωδίας των Τεμπών». Διευκρίνισε πάντως ότι η αντιπολίτευση δεν αποδίδει ποινικές ευθύνες, τονίζοντας ότι αυτές τις κρίνει η Δικαιοσύνη, πρόσθεσε όμως ότι «η πολιτική ευθύνη είναι ήδη εδώ, βαριά και ορατή».
Όπως ανέφερε, όταν «οι δικογραφίες γίνονται κανονικότητα», η παραμονή μιας κυβέρνησης στην εξουσία «δεν θυμίζει σταθερότητα αλλά παρακμή». Κατηγόρησε, δε, την κυβέρνηση ότι «ξυπνά διαρκώς μέσα σε δικογραφίες, σκιές και αιτήματα άρσης ασυλίας» και δεν μπορεί πλέον «να παριστάνει την ανίδεη ούτε να πουλάει εξυγίανση σε δελτία Τύπου». Κατά την ίδια, ο ελληνικός λαός βλέπει καθαρά πως «πίσω από το επιτελικό προσωπείο περισσεύουν η αλαζονεία, η συγκάλυψη και η φθορά της εξουσίας», γι’ αυτό και, όπως είπε, «η αποχώρησή σας από την εξουσία αποτελεί πλέον μονόδρομο».
Στη συνέχεια η κ. Κουρουπάκη συνέδεσε τη συζήτηση του νομοσχεδίου με τις πιέσεις που δέχεται η κοινωνία, μιλώντας για την ακρίβεια «που τσακίζει το εισόδημα», για τη γενικευμένη ανασφάλεια που προκαλούν η διεθνής αστάθεια και ο πόλεμος, αλλά και για την αίσθηση ότι οι θεσμοί δεν λειτουργούν πάντα με τη διαφάνεια, την ταχύτητα και τη δικαιοσύνη που έχει ανάγκη ο πολίτης. Όπως υπογράμμισε, όταν η κυβέρνηση φέρνει ένα νομοσχέδιο με τίτλο «Παρεμβάσεις για ένα κράτος πιο φιλικό στον πολίτη», «ο πήχης δεν μπορεί να είναι χαμηλά», καθώς «δεν αρκεί ένας καλός τίτλος» ούτε «μια επικοινωνιακή περιγραφή».
Η ίδια τόνισε ότι χρειάζεται «ουσία, ασφάλεια δικαίου, σαφείς εγγυήσεις και πραγματικός σεβασμός στον πολίτη» και ξεκαθάρισε ότι η ΝΙΚΗ λέει «ναι στην απλούστευση, όχι στην απορρύθμιση». Όπως είπε, το ερώτημα δεν είναι αν όλοι θέλουν ένα κράτος πιο φιλικό στον πολίτη, αλλά «τι είδους κράτος νομοθετούμε»: ένα κράτος «πιο απλό, πιο υπεύθυνο, πιο καθαρό και πιο αξιόπιστο» ή ένα κράτος που γίνεται απλώς «πιο γρήγορο στο να μεταφέρει βάρη και ευθύνες από τη διοίκηση στον πολίτη, σε ιδιώτες επαγγελματίες και τελικά στον πιο αδύναμο κρίκο της αλυσίδας».
Αναφερόμενη στη φιλοσοφία του νομοσχεδίου, σημείωσε ότι στα άρθρα 3 και 4 φαίνεται καθαρά μια μετατόπιση «από τον έλεγχο πριν, στον έλεγχο μετά» και «από τη διοικητική ευθύνη στη διάχυσή της». Όπως είπε, το κράτος «δεν διορθώνει πρώτα τη δική του δυσλειτουργία», αλλά βρίσκει τρόπο «να τρέχει πιο γρήγορα, βασιζόμενο περισσότερο σε υπεύθυνες δηλώσεις και σε ιδιωτικά φίλτρα». Προειδοποίησε, μάλιστα, ότι αν κάτι πάει στραβά, ο πολίτης θα βρεθεί μπροστά σε πράξεις που θα έχουν ήδη παραγάγει έννομα αποτελέσματα, με ανακλήσεις, διορθώσεις, συγκρούσεις και νέο κόστος, τονίζοντας πως «η ταχύτητα μπορεί να εξαγοραστεί με τίμημα την ασφάλεια δικαίου».
Για τα άρθρα 5, 6 και 7 αναγνώρισε ότι υπάρχουν κινήσεις προς σωστή κατεύθυνση, όπως η ενημέρωση του πολίτη για την πορεία της υπόθεσής του, η υποχρεωτική ανάρτηση εγκυκλίων και η δημοσιοποίηση των ωραρίων λειτουργίας και υποδοχής. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι «σε ένα σοβαρό κράτος αυτά θα έπρεπε ήδη να είναι ο κανόνας» και όχι να εμφανίζονται ως «μεγάλο άλμα εκσυγχρονισμού».
Σημαντικό μέρος της ομιλίας της αφιέρωσε στην ψηφιοποίηση, υπογραμμίζοντας ότι «η ψηφιοποίηση δεν είναι πανάκεια» ούτε «υποκατάστατο του κράτους δικαίου». Όπως ανέφερε, αν το λεγόμενο φιλικό κράτος προϋποθέτει να είναι κανείς νέος, ψηφιακά καταρτισμένος και διαρκώς online, τότε «δεν μιλάμε για φιλικό κράτος, αλλά για κράτος με ψηφιακό θυρωρό». Έθεσε μάλιστα το ερώτημα τι θα κάνει ο ηλικιωμένος πολίτης, ο άνθρωπος χωρίς ψηφιακές δεξιότητες ή ο πολίτης της περιφέρειας όταν δεν θα μπορεί να χρησιμοποιήσει τις ηλεκτρονικές πλατφόρμες, ζητώντας πραγματικές εναλλακτικές, φυσικά σημεία υποστήριξης και ασφαλιστικές δικλείδες ώστε η ψηφιοποίηση να μη μετατραπεί σε νέο αποκλεισμό.
Παράλληλα ανέδειξε και το ζήτημα της ασφάλειας των προσωπικών δεδομένων, σημειώνοντας ότι όσο περισσότερα δεδομένα συγκεντρώνονται σε πλατφόρμες και διασυνδεδεμένα συστήματα, τόσο πιο επιτακτικό γίνεται το θέμα της προστασίας και της άμυνας απέναντι σε κυβερνοεπιθέσεις. «Η τεχνολογία είναι εργαλείο. Δεν είναι άλλοθι», είπε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι ένα πραγματικά φιλικό κράτος πρέπει να είναι «και προσβάσιμο και ασφαλές, όχι μόνο ψηφιακό».
Για τα άρθρα 8, 9 και 10 υποστήριξε ότι το νομοσχέδιο ενισχύει εσωτερικούς μηχανισμούς συμμόρφωσης, συγκεντρώνει τη διαχείριση των καταγγελιών και μεταφέρει τις ενδικοφανείς προσφυγές σε ενιαία κεντρικά όργανα. Όπως ανέφερε, «η κυβέρνηση θα πει ότι έτσι πετυχαίνει ομοιομορφία και καλύτερο συντονισμό, όμως «η άλλη ανάγνωση» είναι ότι αυτό μπορεί να σημαίνει υπερσυγκέντρωση, μεγαλύτερη απόσταση του πολίτη από το όργανο κρίσης και τελικά περισσότερη καθυστέρηση». «Ένα φιλικό κράτος δεν είναι απλώς ένα πιο συγκεντρωτικό κράτος με ψηφιακή κορδέλα», είπε, αλλά κράτος «προσβάσιμο, κατανοητό και πραγματικά ελέγξιμο από τον πολίτη».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο άρθρο 11, με το οποίο, όπως είπε, η κυβέρνηση επιχειρεί κάτι που «ακούγεται πολιτικά και ανθρώπινα εύλογο», δηλαδή σε υποθέσεις ιδιαίτερης κοινωνικής σημασίας το Δημόσιο να μην ασκεί ή να παραιτείται από ένδικα μέσα. Η κ. Κουρουπάκη ξεκαθάρισε ότι δεν υποτιμά «τον ανθρώπινο πυρήνα αυτής της επιλογής», ειδικά όταν υπάρχουν τραγωδίες, δυστυχήματα και βαριές κοινωνικές πληγές. Έθεσε όμως το κρίσιμο ερώτημα του «ποιος αποφασίζει ποιες υποθέσεις είναι ιδιαίτερης κοινωνικής σημασίας και με ποια αντικειμενικά κριτήρια», επιμένοντας ότι «το δίκαιο δεν μπορεί να λειτουργεί με πολιτική διακριτική ευχέρεια κατά περίπτωση».
Στο κεφάλαιο των ακινήτων, δηλαδή στα άρθρα 12 έως 18, σημείωσε ότι το νομοσχέδιο αγγίζει ένα από τα πιο κρίσιμα πρακτικά πεδία για πολίτες και αγορά, καθώς περιλαμβάνει ρυθμίσεις για το Κτηματολόγιο, τη μη προβολή δικαιωμάτων του Δημοσίου, τον συμβολαιογράφο, τα τοπογραφικά, την πληρωμή φόρων κατά τη μεταβίβαση και την άρση κατασχέσεων. Κατά την ίδια, οι διατάξεις αυτές «πατούν πάνω σε υπαρκτές δυσλειτουργίες, όμως παραμένει σοβαρή η αμφιβολία αν η κυβέρνηση λύνει πραγματικά τα προβλήματα ή αν απλώς μεταφέρει το βάρος της συναλλαγής σε έναν νέο κεντρικό κόμβο, κυρίως στον συμβολαιογράφο, ενώ σε ορισμένα σημεία μειώνει τον προληπτικό έλεγχο».
Όπως τόνισε, στις υποθέσεις ακινήτων «η ταχύτητα δεν είναι πάντα ευπρόσδεκτη», γιατί όταν μια μεταβίβαση γίνεται πιο γρήγορα αλλά όχι αναγκαία πιο ασφαλής, το κέρδος μπορεί να είναι πρόσκαιρο και η ζημία μεταγενέστερη. Προειδοποίησε ότι «αν χαλαρώνει ο προληπτικός τεχνικός έλεγχος, αν συγκεντρώνονται όλο και περισσότερα βήματα στον συμβολαιογράφο και αν η φορολογική εκκαθάριση και η παρακράτηση του τιμήματος μπαίνουν στον ίδιο διάδρομο, τότε η κυβέρνηση οφείλει να αποδείξει ότι δεν δημιουργεί νέα συμφόρηση, νέα εξάρτηση και νέες γκρίζες ζώνες ευθύνης, γιατί αλλιώς το one-stop-shop κινδυνεύει να γίνει one-stop σκέτο», ανέφερε.
Η βουλευτής της ΝΙΚΗΣ έθεσε ακόμη θέμα νομοθετικής πρακτικής, υποστηρίζοντας ότι πολλά κρίσιμα σημεία της εφαρμογής μεταφέρονται σε μεταγενέστερες κανονιστικές πράξεις, ενώ βασικές ρυθμίσεις ενεργοποιούνται σε δεύτερο χρόνο. Με απλά λόγια, όπως είπε, η Βουλή καλείται να ψηφίσει «τον σκελετό» και να εμπιστευθεί ότι αργότερα «θα μπουν σωστά και τα όργανα». Κατά την ίδια, αυτή δεν είναι η καλύτερη μορφή νομοθέτησης, ιδίως όταν πρόκειται για διοικητικά δικαιώματα, ασφάλεια, ακίνητη περιουσία, φορολογικές συνέπειες και ένδικη προστασία.
Κλείνοντας, η Ασπασία Κουρουπάκη υπογράμμισε ότι η σοβαρή αντιπολιτευτική στάση δεν είναι να λέει κανείς πως δεν χρειάζεται να αλλάξει τίποτα. «Χρειάζεται, και μάλιστα επειγόντως», είπε, επιμένοντας όμως ότι το κράτος πρέπει να γίνει πιο φιλικό προς τον πολίτη «χωρίς να γίνει λιγότερο υπεύθυνο απέναντί του», πιο γρήγορο «χωρίς να γίνει πιο πρόχειρο» και πιο αποτελεσματικό «χωρίς να αραιώσει την ασφάλεια δικαίου, τη λογοδοσία και την προστασία του πολίτη». Με αυτή τη θέση, η βουλευτής της ΝΙΚΗΣ δήλωσε ότι το κόμμα της καταψηφίζει το νομοσχέδιο.

