Σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική πορεία υλοποίησης του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRP) θέτει με κοινοβουλευτική του ερώτηση ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ Α΄ Ανατολικής Αττικής, Τάσος Οικονομόπουλος, επισημαίνοντας τον υπαρκτό κίνδυνο απώλειας πολύτιμων ευρωπαϊκών πόρων.
Σύμφωνα με διαθέσιμα στοιχεία έως τον Ιανουάριο του 2026, η Ελλάδα έχει εκπληρώσει μόλις το 46,6% των στόχων και οροσήμων του RRP, ποσοστό χαμηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός που κατατάσσει τη χώρα στην 17η θέση μεταξύ των κρατών-μελών για την περίοδο 2023–2025. Τα δεδομένα αυτά έρχονται σε αντίθεση με τις επανειλημμένες κυβερνητικές δηλώσεις περί επιτυχούς και ταχείας απορρόφησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης.
Όπως επισημαίνεται στην ερώτηση, παρά τις εκταμιεύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί, ανεξάρτητες ευρωπαϊκές αναλύσεις καταγράφουν σημαντικές καθυστερήσεις στην ουσιαστική εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων, στην ωρίμανση των έργων και στην επίτευξη των απαιτούμενων στόχων και οροσήμων. Η σύνδεση των πληρωμών με την έγκαιρη και πλήρη υλοποίηση του Σχεδίου καθιστά τον κίνδυνο απώλειας κονδυλίων απολύτως πραγματικό.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν οι χρόνιες γραφειοκρατικές αγκυλώσεις, η έλλειψη ώριμων μελετών, οι νομοτεχνικές καθυστερήσεις και η ανεπαρκής στελέχωση των αρμόδιων διοικητικών δομών με εξειδικευμένο τεχνοκρατικό προσωπικό, ζητήματα που επισημαίνονται και σε ευρωπαϊκές εκθέσεις.
Η καθυστέρηση στην υλοποίηση του RRP έχει άμεσες κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες, επηρεάζοντας την ανάπτυξη, την απασχόληση, τις επενδύσεις και την ενίσχυση του παραγωγικού ιστού της χώρας, ιδίως σε κρίσιμους τομείς όπως η υγεία, η παιδεία, η καινοτομία και η αγροτική ανάπτυξη.
Με την ερώτησή του, ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ ζητά σαφείς απαντήσεις για την ακριβή κατάσταση υλοποίησης του Σχεδίου ανά έργο και άξονα, το ύψος των πόρων που κινδυνεύουν να χαθούν, τις αιτίες της απόκλισης μεταξύ κυβερνητικών ανακοινώσεων και ανεξάρτητων στοιχείων, καθώς και τα συγκεκριμένα μέτρα που προτίθεται να λάβει η κυβέρνηση για την επιτάχυνση των διαδικασιών. Παράλληλα, θέτει το ζήτημα της ανάγκης διαφανούς δημόσιου μηχανισμού παρακολούθησης των έργων και ενισχυμένου κοινοβουλευτικού ελέγχου.

