Την εικόνα της πλήρους ασυδοσίας και της ανέλεγκτης δράσης των διυλιστηρίων επιβεβαίωσε η «μη απάντηση» του νέου υφυπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Δ. Μαρκόπουλου, στην επίκαιρη ερώτηση του Προέδρου της ΝΙΚΗΣ, Δημήτρη Νατσιού, για τη μη ουσιαστική εφαρμογή συστήματος εισροών-εκροών στις δεξαμενές των διυλιστηρίων.
Στο επίκεντρο της παρέμβασης του Προέδρου της ΝΙΚΗΣ βρέθηκε ένα απλό και συγκεκριμένο ερώτημα: Παρακολουθεί σήμερα η ΑΑΔΕ, σε πραγματικό χρόνο και με πλήρη τεχνική εικόνα, την κίνηση των καυσίμων στις δεξαμενές των διυλιστηρίων;
Η απάντηση του υφυπουργού κινήθηκε σε γενικές αναφορές περί νόμων, διαδικασιών και κυβερνητικών προβλέψεων. Εκείνο που έλειψε ήταν η καθαρή απάντηση στα σοβαρά ερωτήματα που έθεσε ο Πρόεδρος της ΝΙΚΗΣ.
Ο Δημήτρης Νατσιός ανέδειξε ακριβώς αυτό το κενό. Η ύπαρξη μιας πρόβλεψης στα χαρτιά δεν σημαίνει πραγματικό έλεγχο στην πράξη. Το ζητούμενο είναι αν υπάρχει σήμερα σύστημα που εφαρμόζεται, καταγράφει, ελέγχει και επιτρέπει στο κράτος να γνωρίζει τι μπαίνει, τι βγαίνει και τι αποθηκεύεται στην καρδιά της αγοράς καυσίμων.
Ο Πρόεδρος της ΝΙΚΗΣ κατέθεσε επίσης στα πρακτικά την τελευταία έκθεση της Επιτροπής Ανταγωνισμού για την αγορά πετρελαιοειδών, η οποία καταγράφει προβλήματα στον ανταγωνισμό. Απέναντι σε αυτό το εύρημα, η κυβέρνηση, μέσω του κ. Μαρκόπουλου, δεν έδωσε συγκεκριμένες απαντήσεις για το πώς ελέγχονται οι μεγάλοι παίκτες της αγοράς και πώς προστατεύεται τελικά ο καταναλωτής από στρεβλώσεις που καταλήγουν στην αντλία.
Η εικόνα που περιέγραψε ο κ. Νατσιός είναι ιδιαιτέρως αποκαλυπτική. Τα πρατήρια υγρών καυσίμων έχουν υποχρεωθεί να εφαρμόζουν ένα αυστηρό σύστημα εισροών-εκροών, με ογκομέτρηση δεξαμενών και οχημάτων μεταφοράς καυσίμων, κοινοποίηση φορολογικών στοιχείων, ηλεκτρονικές καταγραφές και σημαντικό κόστος για τους πρατηριούχους.
Στα διυλιστήρια, όμως, όπου βρίσκεται ο μεγάλος όγκος των καυσίμων και όπου διαμορφώνονται κρίσιμα δεδομένα για την αγορά, η κυβέρνηση απέφυγε να πει με σαφήνεια τι ακριβώς ισχύει σήμερα.
Ο Πρόεδρος της ΝΙΚΗΣ παρουσίασε συγκεκριμένα στοιχεία για το βάρος που σηκώνουν οι πρατηριούχοι: 4.450 ευρώ για αναβάθμιση συστήματος, 2.100 ευρώ για περιοδική ογκομέτρηση οχήματος μεταφοράς καυσίμων, 1.000 ευρώ για ογκομέτρηση κάθε δεξαμενής, περίπου 2.000 ευρώ για τις μηχανές POS και έξοδα διατήρησης αντιγράφων στο διαδίκτυο περί τα 200 ευρώ συν ΦΠΑ.
Για πολλά πρατήρια της επαρχίας, με χαμηλούς τζίρους και αυξημένα λειτουργικά βάρη, αυτά τα ποσά γίνονται θηλιά στον λαιμό. Την ίδια ώρα, ο κ. Μαρκόπουλος δεν εξήγησε γιατί ο ίδιος βαθμός ελέγχου δεν εφαρμόζεται με πλήρη, αποδεδειγμένο και διαφανή τρόπο στα διυλιστήρια.
Ο υφυπουργός δεν απάντησε αν υπάρχουν τεχνικά εμπόδια, δεν παρουσίασε στοιχεία πραγματικής λειτουργίας του συστήματος στις δεξαμενές των διυλιστηρίων, δεν έδωσε σαφές χρονοδιάγραμμα πλήρους εφαρμογής, δεν ξεκαθάρισε αν η ΑΑΔΕ έχει άμεση πρόσβαση σε δεδομένα πραγματικού χρόνου και δεν εξήγησε αν και πώς ελέγχονται τα αποθέματα, οι κινήσεις, οι ποσότητες και η διακίνηση των καυσίμων.
Ο Δημήτρης Νατσιός συνέδεσε το θέμα με την ακρίβεια στα καύσιμα και με το ερώτημα που απασχολεί κάθε πολίτη: γιατί οι αυξήσεις περνούν τόσο γρήγορα στην αντλία, ακόμη και για καύσιμα που έχουν ήδη αγοραστεί και αποθηκευτεί, ενώ οι μειώσεις φτάνουν στον καταναλωτή με καθυστέρηση.
Η αναφορά του υφυπουργού περί «χρόνου προσαρμογής» των τιμών δεν απάντησε σε τίποτα ουσιαστικό. Για να ελεγχθεί το περιθώριο κέρδους, το κράτος πρέπει να γνωρίζει τι υπάρχει στις δεξαμενές, πότε αγοράστηκε, σε ποια τιμή εισήλθε στην αγορά και με ποια τιμή διακινείται. Χωρίς αυτή την εικόνα, ο έλεγχος μένει μισός.
Η ΝΙΚΗ έθεσε ζήτημα πραγματικού ελέγχου, διαφάνειας και προστασίας των πολιτών. Η κυβέρνηση απάντησε με περιγραφές νομοθεσίας και γενικές διαβεβαιώσεις, αφήνοντας αναπάντητο το βασικό ερώτημα για την εφαρμογή του συστήματος εκεί όπου χτυπά η καρδιά της αγοράς καυσίμων.

