Σε μετωπική σύγκρουση με την κυβέρνηση προχώρησε από το βήμα της Ολομέλειας ο βουλευτής Β2΄ Δυτικού Τομέα Αθηνών της ΝΙΚΗΣ, Ανδρέας Βορύλλας, καταγγέλλοντας ότι πίσω από την επίκληση της «ανάπτυξης» και της «ευελιξίας» επιχειρείται η παράδοση της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς σε ένα διορισμένο εταιρικό σχήμα, το οποίο θα διαχειρίζεται για έως και εκατό χρόνια τα έσοδα των μνημείων, τα πωλητήρια, τα αναψυκτήρια, τις εκδόσεις, τις ψηφιακές εφαρμογές και κρίσιμα περιουσιακά στοιχεία του Υπουργείου Πολιτισμού.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ κατέστησε σαφές ότι το νομοσχέδιο δεν αποτελεί μια απλή διοικητική μεταρρύθμιση, καθώς μεταφέρει δημόσιες αρμοδιότητες, πολιτιστικούς πόρους και εξουσίες ελέγχου σε μια Ανώνυμη Εταιρεία, αποδυναμώνοντας την Αρχαιολογική Υπηρεσία και απομακρύνοντας την πολιτιστική περιουσία από τον φυσικό και συνταγματικό της προορισμό.
Πριν αναφερθεί στις διατάξεις του νομοσχεδίου, ο Ανδρέας Βορύλλας απάντησε και στους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς για τη μείωση του λόγου του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ.
«Πριν εισέλθω στην ουσία του νομοσχεδίου, δεν μπορώ να μην αναφερθώ στη δήλωση του κυρίου Πρωθυπουργού πριν μερικές μέρες, ο οποίος πανηγύρισε επειδή, όπως είπε, η Ελλάδα είναι η πρωταθλήτρια Ευρώπης στη μείωση του δημόσιου χρέους. Πρόκειται όμως για μία δήλωση που παρουσιάζει μόνο τη μισή αλήθεια και ως εκ τούτου δημιουργεί μία εικόνα που απέχει αρκετά από την πραγματικότητα.»
Όπως υπογράμμισε, έπειτα από 16 χρόνια μνημονίων, περικοπών, υπερφορολόγησης, ιδιωτικοποιήσεων και πρωτοφανών θυσιών, το δημόσιο χρέος εξακολουθεί να βρίσκεται περίπου στα 360 δισεκατομμύρια ευρώ, έναντι περίπου 330 δισεκατομμυρίων το 2010.
«Η οικονομία δεν κρίνεται από έναν μόνο δίχτυ. Κρίνεται από την παραγωγικότητά της, από την ανταγωνιστικότητά της, από τις παραγωγικές επενδύσεις, από τις εξαγορές, από το εισόδημα των πολιτών και από τα αν οι νέοι μπορούν να δημιουργήσουν το μέλλον τους στην πατρίδα τους.»
Ο Ανδρέας Βορύλλας συνέδεσε άμεσα αυτή την οικονομική πραγματικότητα με την ίδρυση ενός ακόμη εταιρικού οργανισμού, επισημαίνοντας ότι, όταν η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει το υψηλότερο δημόσιο χρέος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κάθε νέα κρατική δομή και κάθε νέα δαπάνη οφείλει να αιτιολογείται πλήρως.
Η παρέμβασή του ανέδειξε και τη βαθύτερη πολιτική αντίληψη που, σύμφωνα με τη ΝΙΚΗ, διαπερνά το κυβερνητικό σχέδιο: την αντιμετώπιση της πολιτιστικής κληρονομιάς ως οικονομικού προϊόντος και πεδίου εμπορικής δραστηριότητας.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ υπενθύμισε ότι το μουσείο, σύμφωνα με τον σύγχρονο ορισμό του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων, αποτελεί μόνιμο μη κερδοσκοπικό θεσμό στην υπηρεσία της κοινωνίας, με αποστολή την έρευνα, τη συλλογή, τη συντήρηση και την ερμηνεία της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Στη συνέχεια αναφέρθηκε σε επιλογές του Υπουργείου Πολιτισμού που, όπως σημείωσε, έχουν ήδη αποκαλύψει την κυβερνητική οπτική για τα μνημεία και τους ιστορικούς χώρους.
«Για να φτάσουμε λοιπόν να παραδώσουμε το πολιτιστικό μας πλούτο σε μία ανώνυμη εταιρεία, ήδη το Υπουργείο και ο Αιθίνονους τα απογύρνωσε από όλο το βάρος που φέρνουν και τα βλέπησαν όλα τα άλλα αντικείμενα που έχουν μόνο ανταλλακτική αξία.»
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην πραγματοποίηση εκδήλωσης με μουσική, φαγητό και ποτό στη Σπιναλόγκα, τονίζοντας ότι η επιλογή αυτή αμαύρωσε την ιστορική και ανθρώπινη σημασία του τόπου.
«Ο επισκέπτης εισέρχεται στο χώρο αυτό για να μάθει για την εποχή της λέπρας και να αντιληφθεί το μέγεθος της ανθρώπινης οδύνης. Με μία τέτοια όμως χρήση, ποιος θα στοχάζεται την εμπειρία του κοινωνικού αποκλεισμού, της ασθένειας και του αποχωρισμού και του θανάτου, όταν ο χώρος θα είναι γεμάτος από ψυχαγωγικές εκδηλώσεις.»
Ο Ανδρέας Βορύλλας άσκησε επίσης δριμεία κριτική στη χρήση του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου για επίδειξη μόδας και για την απονομή σήματος διαφορετικότητας σε επιχειρήσεις.
«Το Υπουργείο Οικογένειας επέλεξε ένα από τους σημαντικότερους θεσμούς φύλαξης και μελέτης της βυζαντινής και μεταβυζαντινής κοινωνίας που αφηγούνται την ιστορία, την τέχνη και την αλήθεια της πίσης μας για να νομιμοποιήσει μια νέα ιδεολογία που εισβάλλει βία στις ζωές μας και από κάθε παράθυρο που έχει τα ανοίξει.»
Περνώντας στον πυρήνα του νομοσχεδίου, ο βουλευτής ξεκαθάρισε ότι η ΝΙΚΗ απορρίπτει τη δημιουργία της εταιρείας, επειδή σε αυτήν παραδίδονται αρμοδιότητες σχεδιασμού, ανάπτυξης, διαχείρισης και εμπορικής εκμετάλλευσης της πολιτιστικής περιουσίας.
Για περισσότερο από έναν αιώνα, τα έσοδα των αρχαιολογικών χώρων και των μουσείων επέστρεφαν στην προστασία των μνημείων, στις απαλλοτριώσεις, στις ανασκαφές, στη συντήρηση και στην αρχαιολογική έρευνα. Η αρχή αυτή είχε κατοχυρωθεί ήδη από τη δημιουργία του Ειδικού Αρχαιολογικού Ταμείου το 1910 και συνεχίστηκε με το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων.
«Το σημερινό νομοσχέδιο διαρριγνεί αυτή τη θεσμική συνέχεια.»
Η κυβέρνηση, σύμφωνα με τον Ανδρέα Βορύλλα, βαφτίζει «ευελιξία» την υπαγωγή των εσόδων των μνημείων σε ένα εταιρικό σχήμα με οικονομική αυτονομία και ευρύτατες αρμοδιότητες.
«Εμείς τη χαρακτηρίζουμε απομάκρυση των πολιτιστικών πόρων από το φυσικό και συνταγματικό τους προορισμό.»
Ο βουλευτής ανέδειξε και την οικονομική αντίφαση του κυβερνητικού σχεδιασμού. Το Δημόσιο αναλαμβάνει το 90% του αρχικού μετοχικού κεφαλαίου, ύψους 2,7 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ προβλέπονται επιχορηγήσεις, χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό και το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, καθώς και κάλυψη λειτουργικών εξόδων από τα έσοδα των ίδιων των μνημείων.
«Η εταιρεία παρουσιάζει ως μηχανισμός αύξηση των εσόδων, ενώ ξεκινά τη λειτουργία αντλώντας δημόσιο χρήμα και πόρους από τα ίδια τα μνημεία.»
Όπως προειδοποίησε, τα έσοδα του Παρθενώνα, των Μυκηνών, της Κνωσού, της Βεργίνας και των μουσείων θα κατευθύνονται πρώτα στη χρηματοδότηση του νέου μηχανισμού που δημιουργεί η κυβέρνηση.
Ακόμη σοβαρότερη χαρακτήρισε τη διάρκεια ζωής της εταιρείας, η οποία ορίζεται στα 50 χρόνια με δυνατότητα παράτασης για ακόμη 50.
«Η κυβέρνηση δεσμεύει για έναν αιώνα τη διαχείριση των εσόδων, των πολιτηρίων, των αναψυχτηρίων, των εκμαγείων, των εκδόσων, των ψηφιακών εφαρμογών, των ξεναγών και σημαντικών περιουσιακών στοιχείων του Υπουργείου Πολιτισμού.»
Το διορισμένο Διοικητικό Συμβούλιο και ο Διευθύνων Σύμβουλος αποκτούν εκτεταμένες εξουσίες σε συμβάσεις, αναθέσεις, διαφημιστικές δράσεις, μελέτες και συμβουλευτικές υπηρεσίες, ενώ η εταιρεία θα μπορεί να εισηγείται ακόμη και νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις.
«Αυτό συνιστά θεσμική υποχώρηση της Βουλής και του Δημόσιου Δικαίου απέναντι σε ένα μηχανισμό εταιρεικής διοίκησης.»
Ο Ανδρέας Βορύλλας υπενθύμισε το αποτυχημένο προηγούμενο του Οργανισμού Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού Α.Ε., ο οποίος κατέληξε σε ελλείμματα εκατομμυρίων ευρώ και τελικά καταργήθηκε.
«Η υπόσχεση για περισσότερα έσοδα κατέληξε στην οικονομική ζημιά, ελλήματα και αδιαφανείς πρακτικές. Και τώρα μας φαίνεται την ίδια εταιρική συνταγή, με πολύ μεγαλύτερη κλίμακα και πολύ περισσότερες αρμοδιότητες.»
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην απομάκρυνση των αρχαιολόγων, των συντηρητών, των μουσειολόγων και των ειδικών επιστημόνων από τον πυρήνα των αποφάσεων. Στη θέση τους εγκαθίσταται ένα διορισμένο εταιρικό όργανο, το οποίο θα αξιολογεί μνημεία, προγράμματα και χρήσεις με επιχειρησιακά και εμπορικά κριτήρια.
Η εξέλιξη αυτή απειλεί άμεσα τα μικρά μουσεία, τα βυζαντινά μνημεία, τα κάστρα, τα μοναστήρια και τους ιστορικούς τόπους της ελληνικής περιφέρειας, καθώς η εταιρική λογική θα συγκεντρώνει το ενδιαφέρον στους χώρους με τη μεγαλύτερη επισκεψιμότητα και οικονομική απόδοση.
Παράλληλα, οι αυξήσεις των εισιτηρίων, οι ιδιωτικές επισκέψεις, οι προνομιακές ώρες και οι πρόσθετες χρεώσεις οδηγούν στη μετατροπή της πολιτιστικής κληρονομιάς σε διαβαθμισμένη υπηρεσία ανάλογα με το εισόδημα του επισκέπτη.
«Κάθε Έλληνας έχει δικαίωμα να τα επισκέπτεται, να τα γνωρίζει και να στάνεται ότι το ανήκουν ανεξάρτητα από το εισόδημά του. Η μόνη συνεπής λύση είναι η απόσύρση της Ανώνυμης Εταιρείας από το Νομοσχεδίο.»
Η ΝΙΚΗ ζητά τα έσοδα των μνημείων να παραμείνουν σε φορέα δημοσίου δικαίου, να ελέγχονται από τα αρμόδια δημόσια όργανα και να επιστρέφουν υποχρεωτικά στην προστασία, στη συντήρηση, στην έρευνα, στις απαλλοτριώσεις, στα μουσεία και στους αρχαιολογικούς χώρους.
«Ο δημόσιος έλεγχος πρέπει να ενισχυθεί και κάθε ευρώ που παράγεται από την πολιτιστική κληρονομιά να επιστρέφει με διαφάνεια στην πολιτιστική κληρονομιά.»
Ολοκληρώνοντας την παρέμβασή του, ο Ανδρέας Βορύλλας ξεκαθάρισε τη στάση της ΝΙΚΗΣ απέναντι σε ένα νομοσχέδιο που μεταφέρει τη διαχείριση της εθνικής μνήμης από τη δημόσια ευθύνη στην εταιρική διοίκηση.
«Η ΝΙΚΗ απορρίπτει την παράδοση αυτής ευθύνης σε μία ανώνυμη εταιρεία. Απορρίπτει τη μετατροπή των εσόδων των μνημείων σε εταιρικούς πόρους. Απορρίπτει την υποκατάσταση της αρχαιολογικής υπηρεσίας από διορισμένα εταιρικά όργανα. Απορρίπτει την υποθήκευση της πολιτιστικής περιουσίας του ελληνικού λαού για 100 χρόνια. Για όλους αυτούς τους λόγους, η ΝΙΚΗ καταψηφίζει επί της αρχής το παρόν νομοσχέδιο και ζητάει την απόσυνση των διατάξεων που ιδρύουν την ανώνυμη εταιρεία.»





