Κριτική στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Ανάπτυξης για τα νέα κίνητρα Άμεσων Ξένων Επενδύσεων άσκησε ο βουλευτής Αχαΐας της ΝΙΚΗΣ, Σπύρος Τσιρώνης, κατά τη συνεδρίαση της Διαρκούς Επιτροπής Παραγωγής και Εμπορίου στις 25 Σεπτεμβρίου 2026. Η Βουλή επιβεβαιώνει ότι το σχέδιο νόμου κατατέθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου και τέθηκε σε επεξεργασία στην αρμόδια Επιτροπή στις 25 Σεπτεμβρίου.
Ο κ. Τσιρώνης έθεσε εξαρχής στο στόχαστρό του την ίδια τη φιλοσοφία του νομοσχεδίου, καλώντας την κυβέρνηση να αφήσει τους επικοινωνιακούς τίτλους και να εξηγήσει τι πραγματικά θεσμοθετεί.
«Εάν βγούμε από τους επικοινωνιακούς τίτλους και τον βαρύγδουπο τίτλο “Νέα κίνητρα Άμεσων Ξένων Επενδύσεων” και εμβαθύνουμε στο περιεχόμενο και στις επιμέρους διατάξεις, θα αποκαλυφθεί μια τελείως διαφορετική πραγματικότητα», ανέφερε, χαρακτηρίζοντας το σχέδιο νόμου «επιφανειακό, εσωτερικά αντιφατικό και πάνω απ’ όλα βαθύτατα άδικο για την ελληνική κοινωνία και την εγχώρια επιχειρηματικότητα».
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ επικέντρωσε την κριτική του στα ειδικά κίνητρα που θεσπίζονται για επενδύσεις χρηματοδοτούμενες από μη εγχώρια κεφάλαια. Το επίσημο σχέδιο προβλέπει επενδυτικά σχέδια ύψους από 10 έως 50 εκατ. ευρώ, δυνατότητα φορολογικής απαλλαγής, ταχεία αδειοδότηση εντός δύο μηνών και, για τις προβλεπόμενες περιπτώσεις, δάνεια με εγγύηση της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας. Η φορολογική ωφέλεια μπορεί να αξιοποιηθεί εντός 15 φορολογικών ετών.
Για τον Σπύρο Τσιρώνη, η επιλογή αυτή δημιουργεί «μια σκανδαλώδη ανισότητα στην ελληνική αγορά», καθώς ισχυρά κίνητρα κατευθύνονται σε μεγάλα επενδυτικά σχήματα την ώρα που η εγχώρια μικρομεσαία επιχειρηματικότητα αντιμετωπίζει υψηλή φορολογική και χρηματοδοτική πίεση.
«Η κυβέρνηση επιλέγει απροκάλυπτα να μετατρέψει την Ελλάδα σε έναν προνομιακό φορολογικό παράδεισο αποκλειστικά για μη εγχώρια κεφάλαια, την ίδια στιγμή που η ελληνική μικρομεσαία επιχείρηση, ο οικογενειάρχης βιοτέχνης και ο Έλληνας επαγγελματίας συνθλίβονται καθημερινά από την τεκμαρτή φορολόγηση, την έλλειψη τραπεζικής ρευστότητας και τη βαριά γραφειοκρατία», τόνισε.
Έθεσε παράλληλα το θέμα της ίσης μεταχείρισης του Έλληνα επενδυτή, ζητώντας εξηγήσεις για τον λόγο που αντίστοιχες ταχείες διαδικασίες και διευκολύνσεις δεν παρέχονται με τον ίδιο τρόπο στην εγχώρια παραγωγική βάση.
«Γιατί στερείται ο Έλληνας επενδυτής που ματώνει καθημερινά για να κρατήσει ανοιχτή την επιχείρησή του τις ίδιες ταχείες διαδικασίες ή φοροελαφρύνσεις;», ανέφερε, κάνοντας λόγο για «οικονομία δύο ταχυτήτων» και για ένα πλαίσιο στο οποίο ο Έλληνας φορολογούμενος και ο εγχώριος επιχειρηματίας «καλούνται να πληρώσουν το μάρμαρο της κρατικής υπερφορολόγησης».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στις νομοτεχνικές προβλέψεις του σχεδίου νόμου. Το άρθρο 7 ορίζει ως «νέες» τις επιχειρήσεις των οποίων η ίδρυση δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες πριν από την αίτηση υπαγωγής, ενώ το πλαίσιο περιλαμβάνει επενδύσεις που αφορούν επέκταση, διαφοροποίηση και μεταβολή παραγωγικών δραστηριοτήτων. Στη δημόσια διαβούλευση καταγράφηκαν επίσης σχόλια που επισήμαναν πιθανές ασάφειες ως προς την έννοια των μη εγχώριων κεφαλαίων, την εταιρική μορφή υποκαταστημάτων και την εφαρμογή του πλαισίου σε υφιστάμενες θυγατρικές ξένων ομίλων.
Ο κ. Τσιρώνης στάθηκε ακριβώς σε αυτή την πτυχή, υπογραμμίζοντας ότι ο πυρήνας του νομοθετήματος χρειάζεται σαφέστερο προσδιορισμό για την προέλευση των κεφαλαίων, τη συμμετοχή αλλοδαπών μετόχων, τα δικαιώματα ψήφου και τον τελικό πραγματικό δικαιούχο.
Κατά την τοποθέτησή του προειδοποίησε ότι, χωρίς επαρκή τεκμηρίωση της διασυνοριακής προέλευσης των κεφαλαίων, μπορεί να δημιουργηθούν περιθώρια για «κυκλική επανεισαγωγή ελληνικών κεφαλαίων υπό τον μανδύα δήθεν ξένης επένδυσης».
Σκληρή ήταν η κριτική του και για την απαίτηση συμμετοχής ιδίων κεφαλαίων τουλάχιστον 40% του συνολικού κόστους, ποσοστό που πράγματι περιλαμβάνεται στο σχέδιο νόμου. Ο βουλευτής εκτίμησε ότι η συγκεκριμένη προϋπόθεση μπορεί να περιορίσει το ενδιαφέρον σοβαρών διεθνών επενδυτών, ενώ παράλληλα αναφέρθηκε στις μακροχρόνιες υποχρεώσεις που συνοδεύουν την υπαγωγή στο καθεστώς.
Έντονη ήταν και η αντίδρασή του στην πρόβλεψη που επιτρέπει, μετά την άπρακτη παρέλευση της δίμηνης προθεσμίας αδειοδότησης, την άσκηση της σχετικής αρμοδιότητας από τον Υπουργό Ανάπτυξης. Η συγκεκριμένη δυνατότητα προβλέπεται στο άρθρο 11 του σχεδίου.
«Πλέον σε κάθε νομοσχέδιο καταλήγουμε να ψηφίζουμε στη Βουλή τον σκελετό και όλα τα υπόλοιπα, τα τείχη, τα παράθυρα, οι πόρτες και τα δωμάτια, να έρχονται μετά με υπουργικές αποφάσεις», ανέφερε χαρακτηριστικά, μιλώντας για «λευκή επιταγή στον Υπουργό».
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ έδωσε ιδιαίτερο βάρος και στους κλάδους που μπορούν να υπαχθούν στο νέο καθεστώς. Στο νομοσχέδιο περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων η βιομηχανοποιημένη πρωτογενής παραγωγή, η αμυντική βιομηχανία και αεροναυπηγική, η υγεία και οι οίκοι ευγηρίας.
Ο ίδιος ζήτησε ισχυρότερες δικλίδες για τις επενδύσεις σε κρίσιμους τομείς που συνδέονται με την εθνική ασφάλεια και προειδοποίησε για τη συγκέντρωση παραγωγικών πόρων και αγροτικής γης σε μεγάλα επενδυτικά σχήματα, εκφράζοντας τον φόβο ότι ο Έλληνας αγρότης και κτηνοτρόφος μπορεί να βρεθεί «περιθωριοποιημένος εργάτης στον ίδιο του τον τόπο».
Αναφέρθηκε ακόμη στη δυνατότητα διευκόλυνσης της χορήγησης αδειών διαμονής σε επενδυτές και εργαζομένους τρίτων χωρών που προβλέπει το άρθρο 11, συνδέοντας το θέμα με την ανάγκη δημιουργίας ουσιαστικών κινήτρων για την επιστροφή Ελλήνων επιστημόνων και εργαζομένων από το εξωτερικό.
Στα της κοινωνικής πολιτικής, ο Σπύρος Τσιρώνης επικαλέστηκε και τις παρατηρήσεις της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ατόμων με Αναπηρία, η οποία ζήτησε κατά τη δημόσια διαβούλευση την οριζόντια ενσωμάτωση της προσβασιμότητας και του καθολικού σχεδιασμού στο καθεστώς, καθώς και σχετικές προβλέψεις στα κριτήρια αξιολόγησης των επενδύσεων.
Κλείνοντας την πρώτη τοποθέτησή του στην Επιτροπή, ο βουλευτής Αχαΐας συμπύκνωσε την πολιτική του κριτική στη φράση ότι το νομοσχέδιο «εγκαθιδρύει ένα καθεστώς προνομίων για λίγους και ξένους, υπονομεύει την εγχώρια παραγωγική βάση, δημιουργεί θεσμική αβεβαιότητα και εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για κρίσιμους τομείς της πατρίδας μας», προαναγγέλλοντας συνέχεια της παρέμβασής του μετά την ακρόαση των φορέων.

