Με αιχμές για την αύξηση του προϋπολογισμού κατά 500.000 ευρώ χωρίς επαρκή οικονομοτεχνική τεκμηρίωση, τη μη διεξαγωγή διαγωνισμών, τα κενά στη λογοδοσία και την απουσία ουσιαστικής διαβούλευσης τοποθετήθηκε ο Βουλευτής Λαρίσης της ΝΙΚΗΣ, Γεώργιος Ρούντας, κατά την επεξεργασία του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης για την τροποποίηση του Μνημονίου Συνεργασίας Ελλάδας και Κύπρου στον τομέα του ψηφιακού μετασχηματισμού.
Ο ειδικός αγορητής της ΝΙΚΗΣ έθεσε από την αρχή ζήτημα για τη χρονική καθυστέρηση της κύρωσης της συμφωνίας και στάθηκε ιδιαίτερα στο οικονομικό σκέλος, όπου ο προβλεπόμενος προϋπολογισμός αυξάνεται από 1,5 εκατ. ευρώ σε 2 εκατ. ευρώ.
«Βλέπουμε ότι υπάρχει μια εμφανής αύξηση του προϋπολογισμού και δεν υπάρχει καμία οικονομοτεχνική τεκμηρίωση», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι η πρόσθετη δαπάνη των 500.000 ευρώ δεν συνοδεύεται, κατά την τοποθέτησή του, από συγκεκριμένη ανάλυση που να εξηγεί την αναγκαιότητά της.
Ο Γεώργιος Ρούντας ζήτησε συγκεκριμένες απαντήσεις για το πού ακριβώς κατευθύνεται το επιπλέον ποσό και ποια νέα δεδομένα προέκυψαν μετά την αρχική κοστολόγηση.
«Ποιες είναι οι συγκεκριμένες τεχνικές απαιτήσεις ή ποιες είναι εκείνες οι απρόβλεπτες συγκεκριμένες δυσκολίες που κατέστησαν ανεπαρκές το αρχικό ποσό του 1,5 εκατομμυρίου ευρώ και πρέπει να φτάσουμε στα δύο; Ποιες είναι οι νέες λειτουργικότητες ή υπηρεσίες οι οποίες αντιστοιχούν σε αυτό το επιπλέον μισό εκατομμύριο ευρώ;», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε και στον τρόπο με τον οποίο προβλέπεται να υλοποιηθεί η συνεργασία, θέτοντας ζήτημα διαγωνιστικών διαδικασιών και διαφάνειας. Ο Βουλευτής της ΝΙΚΗΣ μίλησε για «ομολογημένη μη διεξαγωγή διαγωνισμών» και έστρεψε την προσοχή στον ρόλο της Κοινωνίας της Πληροφορίας Μονοπρόσωπη Α.Ε., ζητώντας σαφές πλαίσιο εποπτείας για τη διαχείριση και την παράδοση των έργων.
«Θεωρούμε ότι υπάρχει ένα θολό πλαίσιο λογοδοσίας σε ό,τι αφορά την Κοινωνία της Πληροφορίας Μονοπρόσωπη Α.Ε.», τόνισε και πρόσθεσε ότι «δεν αποσαφηνίζεται στο κείμενο ποιοι μηχανισμοί κοινού ελέγχου υπάρχουν, ποιοτικού ελέγχου παραδοτέων και διαφάνειας».
Στην παρέμβασή του αναφέρθηκε επίσης σε πλημμέλειες της Ανάλυσης Συνεπειών Ρύθμισης, επισημαίνοντας ότι δεν προκύπτει προηγούμενη δημόσια διαβούλευση ούτε καταγράφεται η συμμετοχή τεχνικών και επιστημονικών φορέων στη διαδικασία.
«Δεν υπάρχει αναφορά σε δημόσια διαβούλευση, σε κάποια γνώμη τεχνικών ή επιστημονικών φορέων», σημείωσε, ενώ αναφέρθηκε και στις ενότητες της Ανάλυσης Συνεπειών Ρύθμισης που αφορούν τους κινδύνους, τα διοικητικά βάρη και συναφή ζητήματα, υποστηρίζοντας ότι εμφανίζονται κενές ή τυπικά συμπληρωμένες.
«Προφανώς αυτό μας προκαλεί πάρα πολλά ερωτηματικά», ανέφερε.
Ο Βουλευτής Λαρίσης της ΝΙΚΗΣ συνέδεσε το συγκεκριμένο νομοσχέδιο και με την ευρύτερη κριτική που ασκεί η ΝΙΚΗ στις πολιτικές ψηφιακής ταυτοποίησης και συγκέντρωσης προσωπικών δεδομένων, επαναφέροντας την πάγια θέση του κόμματος για τον Προσωπικό Αριθμό και το Gov.gr Wallet.
«Να υπενθυμίσω την πάγια θέση της ΝΙΚΗΣ σε ό,τι αφορά τα ζητήματα ψηφιακού ολοκληρωτισμού, του Προσωπικού Αριθμού και του Wallet», τόνισε.
Ο ίδιος υπενθύμισε ακόμη ότι τον Μάιο του 2026 είχε καταθέσει σχετική κοινοβουλευτική Ερώτηση προς το αρμόδιο Υπουργείο για ζητήματα ασφαλείας του ψηφιακού πορτοφολιού, εκφράζοντας ανησυχίες για τη συγκέντρωση μεγάλου όγκου προσωπικών δεδομένων σε μία εφαρμογή.
Όπως ανέφερε, είχε θέσει ερωτήματα για «τα κενά ασφάλειας που υπάρχουν στο ψηφιακό πορτοφόλι», στο οποίο συγκεντρώνονται «πάρα πολλά χαρακτηριστικά και στοιχεία προσωπικών δεδομένων των πολιτών», με τον ίδιο να προειδοποιεί για τον κίνδυνο αυτά να καταστούν, κατά την έκφρασή του, «βορά σε επιτήδειους».
Κλείνοντας την τοποθέτησή του, ο Γεώργιος Ρούντας κατέστησε σαφές ότι η ΝΙΚΗ αναμένει συγκεκριμένες απαντήσεις από την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου για την αύξηση των 500.000 ευρώ, τη διαδικασία ανάθεσης και υλοποίησης, τους μηχανισμούς ελέγχου, τη διαφάνεια και την ασφάλεια των ψηφιακών εφαρμογών.
«Επιφυλασσόμαστε προς το παρόν να ακούσουμε τις απαντήσεις στα ερωτήματα και θα τοποθετηθούμε αναλυτικά αύριο στην Ολομέλεια της Βουλής», κατέληξε.

