Σε μια ομιλία με αιχμές για το τραπεζικό σύστημα, τη συγκέντρωση του πιστωτικού κινδύνου, τις κρατικές εγγυήσεις, τα κίνητρα προς μεγάλες επενδύσεις και τη μεταχείριση των δανειοληπτών από funds και servicers, ο βουλευτής Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών της ΝΙΚΗΣ, Ανδρέας Βορύλλας, τοποθετήθηκε στην Ολομέλεια της Βουλής επί του νομοσχεδίου του Υπουργείου Ανάπτυξης «Νέα κίνητρα Άμεσων Ξένων Επενδύσεων, αναδιάρθρωση Διεύθυνσης Άμεσων Ξένων Επενδύσεων και λοιπές διατάξεις».
Ο Ανδρέας Βορύλλας ξεκίνησε καταθέτοντας στα πρακτικά την τεχνική έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για την ανάλυση του συστημικού κινδύνου στο ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, εξηγώντας ότι η συζήτηση για επενδύσεις, φορολογικά κίνητρα και τραπεζικές εγγυήσεις πρέπει να συνοδεύεται από γνώση του πιστωτικού κινδύνου που συσσωρεύεται στο σύστημα.
«Συζητούμε για νέες επενδύσεις, κρατικά κίνητρα και τραπεζικές εγγυήσεις, ενώ οφείλουμε ταυτόχρονα να εξετάζουμε πού συγκεντρώνεται ο πιστωτικός κίνδυνος και ποιος θα υποστεί τις συνέπειες εάν μία μεγάλη επένδυση δεν εξελιχθεί όπως σχεδιάστηκε», ανέφερε.
Η αναφορά του στηρίζεται σε ένα ιδιαίτερα σημαντικό εύρημα του ΔΝΤ: οι δέκα μεγαλύτερες κοινές εταιρικές εκθέσεις των τεσσάρων συστημικών τραπεζών αντιστοιχούν, μετά τα μέτρα περιορισμού του πιστωτικού κινδύνου, στο 81% του συνολικού Tier 1 κεφαλαίου τους. Το ίδιο το Ταμείο διευκρινίζει ότι οι κίνδυνοι χρηματοπιστωτικής σταθερότητας παραμένουν διαχειρίσιμοι, επισημαίνει όμως την υψηλή συγκέντρωση στα ίδια μεγάλα εταιρικά ανοίγματα και ζητεί ενισχυμένη παρακολούθηση.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ επέμεινε ακριβώς σε αυτή τη διάσταση: «Το ποσοστό αυτό δεν αποτελεί εκτίμηση ζημίας, ούτε σημαίνει ότι συγκεκριμένοι δανειολήπτες αντιμετωπίζουν οικονομική δυσχέρεια. Δείχνει όμως γιατί η συγκέντρωση του κινδύνου χρειάζεται διαρκή εποπτεία και αξιόπιστα δυσμενή σενάρια».
Έθεσε μάλιστα συγκεκριμένα ερωτήματα για το εάν οι ελληνικές εποπτικές αρχές έχουν εξετάσει τι θα συμβεί σε περίπτωση σοβαρής δυσχέρειας ενός από τους μεγαλύτερους κοινούς εταιρικούς δανειολήπτες, εάν υπάρχουν ασκήσεις προσομοίωσης για τις ταυτόχρονες επιπτώσεις στις τράπεζες και εάν υπάρχει επιχειρησιακό σχέδιο συνέχισης κρίσιμων παραχωρήσεων και δημοσίων έργων σε ένα ακραίο δυσμενές σενάριο.
Αναφερόμενος στη δημόσια συζήτηση για μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους, χρησιμοποίησε ως παράδειγμα τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, κρατώντας σαφή απόσταση από οποιονδήποτε ισχυρισμό περί υφιστάμενης οικονομικής δυσχέρειας. «Τα δημοσιευμένα στοιχεία δεν τεκμηριώνουν ότι ο όμιλος βρίσκεται σήμερα σε οικονομική δυσχέρεια. Ούτε γνωρίζουμε ότι περιλαμβάνεται στους δέκα δανειολήπτες του ευρήματος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, καθώς η έκθεση δεν τους κατονομάζει», είπε.
Το θεσμικό ζήτημα που έθεσε αφορά, σύμφωνα με τον ίδιο, την πραγματική έκταση των εγγυήσεων, των συμβατικών δεσμεύσεων και του σωρευτικού κινδύνου, ιδιαίτερα όταν μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι συμμετέχουν παράλληλα σε κρίσιμες υποδομές, παραχωρήσεις και δημόσια έργα.
Στη συνέχεια πέρασε στην καρδιά του νομοσχεδίου, ξεκαθαρίζοντας τη θέση της ΝΙΚΗΣ υπέρ των παραγωγικών επενδύσεων. «Η ΝΙΚΗ θέλει παραγωγικές επενδύσεις στην Ελλάδα. Θέλει κεφάλαια που δημιουργούν σταθερές θέσεις εργασίας, μεταφέρουν τεχνογνωσία, αυξάνουν τις εξαγωγές και ενισχύουν την ελληνική παραγωγική βάση», τόνισε.
Έθεσε ως κεντρικό κριτήριο το πραγματικό αποτέλεσμα της επένδυσης για την ελληνική οικονομία: «Η προέλευση ενός κεφαλαίου από μόνη της δεν αρκεί για να το καταστήσει ωφέλιμο ή επιζήμιο. Το κρίσιμο είναι τι παράγεται, με ποιους όρους, με ποια δημόσια στήριξη και με ποιο μετρήσιμο όφελος για την κοινωνία».
Το νομοσχέδιο προβλέπει επενδυτικά σχέδια επιλέξιμου κόστους από 10 έως 50 εκατ. ευρώ, ενώ τα ίδια κεφάλαια πρέπει να ανέρχονται τουλάχιστον στο 40% του συνολικού κόστους. Ο Ανδρέας Βορύλλας ζήτησε ρητό νομοθετικό φραγμό ώστε ελληνικά κεφάλαια να μην μπορούν να διοχετεύονται στο εξωτερικό και να επιστρέφουν εμφανιζόμενα ως ξένη επένδυση.
«Ορίστε ρητά στον νόμο τι είναι μη εγχώριο κεφάλαιο, πώς ελέγχεται η προέλευσή του και ποιος είναι ο τελικός πραγματικός δικαιούχος», είπε προς την κυβέρνηση, επιμένοντας ότι «μια προφορική διαβεβαίωση δεν αρκεί για τη χορήγηση φορολογικών κινήτρων και δημοσίων εγγυήσεων».
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στα κριτήρια με τα οποία θα κριθεί η επιτυχία των επενδύσεων. Ζήτησε μετρήσιμους στόχους για νέες θέσεις εργασίας, επίπεδο αμοιβών, εγχώρια προστιθέμενη αξία, συνεργασία με Έλληνες προμηθευτές, τεχνολογική αναβάθμιση και επενδύσεις στην περιφέρεια.
«Μια επένδυση δεν γίνεται παραγωγική για τη χώρα μόνο επειδή είναι μεγάλη στα χαρτιά», υπογράμμισε.
Το άρθρο 11 προβλέπει μεταξύ άλλων φορολογική απαλλαγή, ταχεία αδειοδότηση και, για επενδυτικά σχέδια μικρομεσαίων επιχειρήσεων, δυνατότητα δανείων με εγγύηση της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας. Ο Βορύλλας στάθηκε στο κόστος αυτών των επιλογών για το Δημόσιο: «Η φορολογική απαλλαγή είναι έσοδο που το κράτος επιλέγει να μην εισπράξει. Η εγγύηση δημιουργεί ενδεχόμενη δημόσια υποχρέωση».
Ζήτησε για τον λόγο αυτό ετήσια αναλυτική ενημέρωση της Βουλής, με στοιχεία για τα κίνητρα που εγκρίθηκαν, το δημοσιονομικό τους αποτύπωμα, τις εγγυήσεις που παραμένουν ενεργές και τα πραγματικά αποτελέσματα κάθε επένδυσης.
Παράλληλα, έθεσε ζήτημα ίσης μεταχείρισης της ελληνικής μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, περιγράφοντας μία πραγματικότητα κατά την οποία οι μικρές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν ακριβότερη χρηματοδότηση, γραφειοκρατία και μεγάλες καθυστερήσεις.
«Η διοικητική αποτελεσματικότητα και η γρήγορη εξέταση ενός πλήρους φακέλου δεν μπορεί να αποτελούν προνόμιο όσων εντάσσονται στο νέο καθεστώς. Ο Έλληνας μικρομεσαίος επιχειρηματίας που θέλει να επεκτείνει μια βιοτεχνία ή να εκσυγχρονίσει μια μονάδα αντιμετωπίζει επίσης καθυστερήσεις», σημείωσε.
Στο ίδιο πλαίσιο άσκησε κριτική και στην ταχύτητα απονομής της Δικαιοσύνης, ζητώντας ουσιαστική εξειδίκευση στην εκδίκαση σύνθετων εμπορικών διαφορών, επαρκές δικαστικό προσωπικό και πραγματική μείωση των καθυστερήσεων. Κατά την τοποθέτησή του, η προσέλκυση σοβαρών παραγωγικών επενδύσεων απαιτεί σταθερότητα κανόνων και προβλέψιμη δικαστική κρίση.
Η ομιλία του έκλεισε με ιδιαίτερα αιχμηρή αναφορά στα funds και τους servicers. Ο Ανδρέας Βορύλλας συνέδεσε τις κυβερνητικές εξαγγελίες για αυστηρότερο πλαίσιο με το αίτημα πλήρους διαφάνειας στις μεταβιβάσεις απαιτήσεων. Οι νέες κυβερνητικές παρεμβάσεις για αυστηρότερους κανόνες στους servicers είχαν ανακοινωθεί μία ημέρα νωρίτερα, στις 30 Σεπτεμβρίου.
Κατέθεσε μάλιστα συγκεκριμένη νομοθετική πρόταση ώστε σε κάθε μεταβίβαση απαιτήσεων να αναγράφεται υποχρεωτικά το τίμημα ή ο συγκεκριμένος τρόπος υπολογισμού του, μαζί με σαφείς συνέπειες σε περίπτωση παράλειψης.
«Ο πολίτης που κινδυνεύει να χάσει την περιουσία του πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει με διαφάνεια τους όρους της μεταβίβασης που επικαλείται εκείνος ο οποίος στρέφεται εναντίον του», τόνισε.
Παράλληλα κατέθεσε ενημερωτικό έγγραφο του Πανελλήνιου Συλλόγου Δανειοληπτών Νόμου Κατσέλη σχετικά με καταγγελίες ότι servicers και funds δεν έχουν χορηγήσει νέα δοσολόγια και ταυτότητες πληρωμής μετά τις σχετικές δικαστικές και νομοθετικές εξελίξεις. Αντίστοιχες καταγγελίες του Συλλόγου έχουν δημοσιοποιηθεί από τις αρχές Σεπτεμβρίου.
«Εδώ πρέπει να αναρωτηθούμε τι κάνει η Τράπεζα της Ελλάδος ως εποπτική αρχή», ανέφερε.
Ο Ανδρέας Βορύλλας έκλεισε ξεκαθαρίζοντας ότι η ΝΙΚΗ αναγνωρίζει επιμέρους θετικές διατάξεις και στηρίζει τις παραγωγικές επενδύσεις, διατύπωσε όμως σοβαρές ενστάσεις για το μετρήσιμο όφελος προς την ελληνική οικονομία, τον έλεγχο των δημόσιων εγγυήσεων και την παρακολούθηση του πιστωτικού κινδύνου, ανακοινώνοντας ότι θα καταψηφίσει το νομοσχέδιο επί της αρχής και θα τοποθετηθεί χωριστά επί των άρθρων.

