Με σειρά ερωτημάτων για αυξήσεις στα λιμενικά τέλη, επιβάρυνση του μεταφορικού κόστους, απώλεια πόρων για τις τοπικές κοινωνίες και τον ενισχυμένο ρόλο του Υπερταμείου, παρενέβη ο βουλευτής Πιερίας της ΝΙΚΗΣ Κομνηνός Δελβερούδης στη Διαρκή Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου, κατά την επεξεργασία του νομοσχεδίου του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής «Ενίσχυση λειτουργίας Οργανισμών Λιμένων και λοιπές διατάξεις».
Το σχέδιο νόμου προβλέπει, μεταξύ άλλων, νέο πλαίσιο για την τιμολογιακή πολιτική των Οργανισμών Λιμένων, διευρυμένο ρόλο της Ελληνικής Εταιρείας Συμμετοχών και Περιουσίας στον σχεδιασμό λιμένων και ειδικές ρυθμίσεις για τη Σούδα, την Πάχη Μεγάρων, τη Ρόδο και τη Μυτιλήνη.
Ο Κομνηνός Δελβερούδης στάθηκε αρχικά στο άρθρο 3 και στην κυβερνητική επιλογή να δοθεί μεγαλύτερη ευχέρεια στα διοικητικά συμβούλια των Οργανισμών Λιμένων για τον καθορισμό της τιμολογιακής τους πολιτικής.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη ρύθμιση ως εργαλείο λειτουργικής ευελιξίας, οικονομικής βιωσιμότητας και ισότιμου ανταγωνισμού. Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ έθεσε ευθέως το ερώτημα εάν το νέο πλαίσιο μπορεί πράγματι να εγγυηθεί όλα αυτά χωρίς να ανοίξει παράλληλα τον δρόμο για αυξήσεις στα τέλη.
«Η ρύθμιση είναι σαφής; Καταλαμβάνει όλα τα τέλη ή υποκρύπτει κινδύνους και αφήνει περιθώρια για αύξηση των τελών, ιδίως όπου κρίνουν κάθε φορά οι αρμόδιοι ότι υπάρχει ανταγωνισμός;», ρώτησε, επισημαίνοντας ότι ακόμη και η έννοια του ενδολιμενικού και διαλιμενικού ανταγωνισμού χρειάζεται σαφέστερο προσδιορισμό.
Και έθεσε το κρίσιμο κοινωνικό ζήτημα:
«Συμβαδίζει η τιμολογιακή αυτή πολιτική με τον κοινωνικό χαρακτήρα αυτών των υπηρεσιών ή μήπως κινδυνεύει να επιβαρυνθεί υπέρμετρα το μεταφορικό κόστος;»
Το νομοσχέδιο διατηρεί ειδικό μηχανισμό ελέγχου για τα τέλη της ακτοπλοΐας και για υπηρεσίες στις οποίες δεν υπάρχει επαρκής ανταγωνισμός. Για τον Δελβερούδη, το κρίσιμο ζήτημα παραμένει ποιος τελικά θα πληρώσει την κυβερνητική «ευελιξία», ιδιαίτερα όταν κάθε πρόσθετο λιμενικό κόστος μπορεί να περάσει στη μεταφορά ανθρώπων και προϊόντων.
Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίστηκε και για τα άρθρα 4 και 5, που αφορούν τον ρόλο της ΕΕΣΥΠ ως αρχής σχεδιασμού λιμένων και ειδικά το λιμάνι της Σούδας.
Το προβλεπόμενο πλαίσιο περιλαμβάνει ετήσια καταβολή 25.000 ευρώ ανά λιμένα για συγκεκριμένους Οργανισμούς, καθώς και εφάπαξ ποσά 120.000 ευρώ από τον ΟΛΠ και 100.000 ευρώ από τον ΟΛΘ για την κάλυψη λειτουργικών δαπανών του αρμόδιου φορέα.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ έθεσε ευθέως το ερώτημα για τις επιπτώσεις αυτών των παρακρατήσεων:
«Αυτό ποιες αρνητικές συνέπειες έχει για την τοπική κοινωνία, ιδίως λόγω της παρακράτησης αυτών των ποσών; Παύουν τα αντισταθμιστικά οφέλη για την τοπική κοινωνία;»
Παράλληλα ζήτησε απαντήσεις για το εάν οι αλλαγές που αφορούν τη Σούδα, την Πάχη Μεγάρων, τη Μυτιλήνη και τη Ρόδο μπορούν να οδηγήσουν σε ευρύτερη αξιοποίηση των λιμένων από ιδιώτες και με ποιους όρους θα γίνει αυτή.
Στη Σούδα επέμεινε ιδιαίτερα στο ζήτημα της διαφάνειας. Το νομοσχέδιο προβλέπει συνεργασία της ΕΕΣΥΠ με το Λιμενικό Ταμείο Χανίων, με την αμοιβή να προσδιορίζεται στο πλαίσιο της σχετικής συνεργασίας.
«Σε τι εξυπηρετεί μια ειδική διάταξη για το λιμάνι της Σούδας και πώς κρίνεται ότι προβλέπεται η υπογραφή σύμβασης χωρίς να γνωστοποιούνται οι όροι της συνεργασίας των δύο πλευρών, όπως και η αμοιβή που θα λαμβάνει το Υπερταμείο;», ρώτησε.
Ο Κομνηνός Δελβερούδης έβαλε στο μικροσκόπιο και το άρθρο 14, ρωτώντας εάν τα ηλεκτρονικά παράβολα των 250 ευρώ για καταχώριση καταστατικού και 70 ευρώ για κάθε καταχώριση απόφασης εταιρικού οργάνου ανταποκρίνονται πραγματικά στο διοικητικό κόστος της υπηρεσίας. Τα συγκεκριμένα ποσά προβλέπονται πράγματι στο υπό επεξεργασία πλαίσιο.
Ξεχωριστή αναφορά έκανε στα στελέχη του Λιμενικού Σώματος που υπηρετούν εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, ζητώντας στοιχεία για τον αριθμό τους και για τα προβλήματα υγειονομικής και ασφαλιστικής κάλυψης που αντιμετωπίζουν. Παράλληλα ζήτησε να αποσαφηνιστεί εάν το άρθρο 16 παρέχει επαρκή και άμεση ιατροφαρμακευτική προστασία.
Κλείνοντας, έθεσε και το ζήτημα των επαγγελματικών πλοίων αναψυχής, ζητώντας να εξεταστεί εάν υπάρχουν κενά στον έλεγχο της νομιμότητας της δραστηριότητάς τους που παραμένουν ανοικτά παρά τις νέες εταιρικές και διοικητικές ρυθμίσεις.

