Η επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια επανέρχεται στην επικαιρότητα, με επίκεντρο την Κρήτη, τη σημασία της για την εθνική κυριαρχία και τη θέση της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η συζήτηση αυτή αναδεικνύει ένα ερώτημα που παραμένει αναπάντητο: πώς προετοιμάζεται η χώρα για να ασκήσει ένα δικαίωμα το οποίο επί χρόνια δηλώνει ότι διατηρεί;
Η νομική αφετηρία είναι σαφής. Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας αναγνωρίζει σε κάθε παράκτιο κράτος το δικαίωμα να καθορίζει χωρική θάλασσα έως 12 ναυτικά μίλια. Η άσκησή του συνοδεύεται από την εφαρμογή των κανόνων για τις γραμμές βάσης και, όπου υπάρχουν αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές, για την οριοθέτηση. Πρόκειται για θεμελιωμένο δικαίωμα, του οποίου η εφαρμογή απαιτεί ακρίβεια και υπευθυνότητα.
Η πολιτική ευθύνη αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η απλή επίκληση του δικαιώματος.
Μια κυβέρνηση οφείλει να αξιολογεί τις συνθήκες, να προετοιμάζει τις ενέργειές της και να επιλέγει τον χρόνο εφαρμογής τους. Οφείλει, όμως, να εξηγεί ποιον στόχο υπηρετεί η αναμονή και τι κάνει ώστε η χώρα να αποκτήσει μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων. Η διαρκής αναφορά στον «κατάλληλο χρόνο» χρειάζεται συγκεκριμένο περιεχόμενο. Διαφορετικά, η αναμονή κινδυνεύει να μετατραπεί σε μόνιμη πολιτική.
Η Κρήτη έχει ιδιαίτερη στρατηγική σημασία. Η γεωγραφική της θέση επηρεάζει την ασφάλεια, τις θαλάσσιες επικοινωνίες και την παρουσία της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο. Γι’ αυτό η επέκταση των χωρικών υδάτων της πρέπει να ενταχθεί σε έναν συνολικό σχεδιασμό κατοχύρωσης των ελληνικών δικαιωμάτων. Χρειάζεται, ταυτόχρονα, να είμαστε ακριβείς: τα χωρικά ύδατα, η υφαλοκρηπίδα και η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη είναι διαφορετικές νομικές έννοιες. Η επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης δεν επιλύει αυτομάτως τις εκκρεμότητες οριοθέτησης ούτε εξουδετερώνει από μόνη της το σύνολο των τουρκολιβυκών διεκδικήσεων.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι τόσο η γεωγραφική έκταση της επέκτασης όσο και η ένταξή της στην εθνική στρατηγική. Ο σχεδιασμός για την Κρήτη οφείλει να εξετάζει ολόκληρη την περίμετρό της, συμπεριλαμβανομένης της βόρειας πλευράς που βλέπει προς το Αιγαίο. Κάθε επιμέρους βήμα πρέπει να συνοδεύεται από σαφή διατήρηση του δικαιώματος επέκτασης και στις υπόλοιπες ελληνικές περιοχές. Η σειρά των ενεργειών μπορεί να αποτελεί επιλογή σχεδιασμού. Δεν πρέπει, όμως, να αφήνει περιθώριο να ερμηνευθεί ως αποδοχή ότι στο Αιγαίο η άσκηση του ίδιου δικαιώματος εξαρτάται από την έγκριση της Τουρκίας.
Η τουρκική απειλή πολέμου δεν μπορεί να καθορίζει τα όρια των ελληνικών αποφάσεων.
Η ΝΙΚΗ έχει διατυπώσει συγκεκριμένη κατεύθυνση: κατάλληλη χάραξη γραμμών βάσης, επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, ανακήρυξη ΑΟΖ με πλήρη επήρεια των νησιών και οριοθέτηση ΑΟΖ Ελλάδας–Κύπρου με βάση την αρχή της μέσης γραμμής. Αυτές οι θέσεις συγκροτούν μια πολιτική κατοχύρωσης των εθνικών δικαιωμάτων και απαιτούν συνεπή προετοιμασία για την υλοποίησή τους.
Η προετοιμασία αυτή έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο. Απαιτεί ολοκληρωμένη νομική και υδρογραφική τεκμηρίωση, συντονισμό των αρμόδιων υπηρεσιών, ενημέρωση των συμμάχων και ουσιαστική επιχειρησιακή ετοιμότητα. Χρειάζεται, επίσης, συστηματικός συντονισμός με την Κυπριακή Δημοκρατία. Η Ελλάδα και η Κύπρος οφείλουν να αντιμετωπίζουν τις εξελίξεις στην περιοχή με κοινή στρατηγική αντίληψη, διατηρώντας η καθεμία την ευθύνη των κυρίαρχων αποφάσεών της. Η ασφάλεια του Ελληνισμού απαιτεί συνέχεια σχεδιασμού από το Αιγαίο έως την Ανατολική Μεσόγειο.
Η διπλωματία έχει καθοριστικό ρόλο σε αυτή την προσπάθεια. Οφείλει να εξηγεί εγκαίρως τις ελληνικές θέσεις, να αναζητεί έμπρακτη υποστήριξη και να περιορίζει τα περιθώρια παραπληροφόρησης. Οι συμμαχίες αποκτούν αξία όταν ενισχύουν την ασφάλεια και τη δυνατότητα της χώρας να εφαρμόζει το Διεθνές Δίκαιο. Η ενημέρωση των εταίρων υπηρετεί αυτόν τον σκοπό. Η ευθύνη της απόφασης παραμένει ελληνική.
Αντίστοιχα, η ενίσχυση της αποτρεπτικής μας ικανότητας πρέπει να συνδέεται με καθορισμένους εθνικούς στόχους. Η υπεράσπιση της κυριαρχίας απαιτεί διαθέσιμα μέσα, εκπαιδευμένο προσωπικό, επαρκή υποστήριξη και αντοχή στον χρόνο. Η στρατιωτική ετοιμότητα προσδίδει αξιοπιστία στη διπλωματική θέση και επιτρέπει στην πολιτική ηγεσία να αποφασίζει με μεγαλύτερη ασφάλεια. Οι αμυντικές δαπάνες οφείλουν να υπηρετούν αυτή τη δυνατότητα.
Η Βουλή πρέπει να έχει ουσιαστική ενημέρωση για τη γενική κατεύθυνση της εθνικής πολιτικής, με σεβασμό στα στοιχεία που χρειάζονται εμπιστευτικότητα. Σε ένα τόσο σοβαρό θέμα απαιτούνται συνέχεια, λογοδοσία και σταθερότητα στόχων. Οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν ότι υπάρχει σχέδιο και ότι η προετοιμασία προχωρά.
Η Ελλάδα οφείλει να επιλέγει τον χρόνο και τον τρόπο άσκησης των δικαιωμάτων της με σχέδιο, ετοιμότητα και πολιτική βούληση.
Η αναβολή δεν μπορεί να αποτελεί εθνική στρατηγική.
Τάσος Οικονομόπουλος
Βουλευτής Α΄ Ανατολικής Αττικής της ΝΙΚΗΣ

