Με αιχμές για την κατάσταση του οδικού δικτύου, την έλλειψη πρόληψης και λογοδοσίας, τις μεγάλες ανισότητες ανάμεσα στα αστικά κέντρα και την Περιφέρεια και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται ο οδηγός, τοποθετήθηκε στην Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Οδικής Ασφάλειας ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ Κομνηνός Δελβερούδης, ο οποίος συμμετέχει στην Ειδική Μόνιμη Επιτροπή της Βουλής.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ έθεσε εξ’ αρχής το ζήτημα στην πραγματική του διάσταση, συνδέοντας την κατάσταση των δρόμων με την προστασία της ανθρώπινης ζωής. «Πίσω από κάθε επικίνδυνο οδικό σημείο, πίσω από κάθε δρόμο χωρίς επαρκή σήμανση, φωτισμό ή προστατευτικά μέτρα, υπάρχει κάτι πολύ πιο σημαντικό. Είναι η ανθρώπινη ζωή», τόνισε.
Στη συνέχεια έστρεψε την κριτική του στην κρατική λειτουργία, υποστηρίζοντας ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην έλλειψη σχεδίων και εξαγγελιών, αλλά στην πρόληψη, στον έλεγχο και στη λογοδοσία. «Για χρόνια ακούμε για σύγχρονες υποδομές, για μεγάλα έργα και για την Ελλάδα που αλλάζει», ανέφερε, περιγράφοντας αμέσως μετά μια πολύ διαφορετική εικόνα για όποιον χρησιμοποιεί καθημερινά το εθνικό και επαρχιακό δίκτυο.
Λακκούβες, ανεπαρκής φωτισμός, ελλιπής διαγράμμιση, κατεστραμμένες πινακίδες ή πινακίδες κρυμμένες πίσω από κλαδιά, επικίνδυνες διασταυρώσεις και ελλείψεις στα στηθαία ασφαλείας ήταν μερικά από τα προβλήματα που απαρίθμησε. Η ιδιαίτερη αναφορά του έγινε στην Περιφέρεια, όπου, όπως είπε, υπάρχουν δρόμοι που δεν ανταποκρίνονται στις σημερινές ανάγκες.
«Δεν είναι δυνατόν η οδική ασφάλεια να αντιμετωπίζεται μόνο εφόσον συμβεί ένα ατύχημα», υπογράμμισε και ζήτησε προληπτικές παρεμβάσεις, έγκαιρη καταγραφή των επικίνδυνων σημείων και ξεκάθαρη απόδοση αρμοδιοτήτων σε κράτος, Περιφέρειες και δήμους. «Η οδική ασφάλεια δεν είναι επικοινωνιακό πρόγραμμα. Είναι κρατική υποχρέωση», είπε χαρακτηριστικά.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στην κατάσταση του επαρχιακού δικτύου και στην άνιση μεταχείριση που, κατά τον ίδιο, υφίστανται οι κάτοικοι της Περιφέρειας. Ο βουλευτής Πιερίας αναφέρθηκε στον κάτοικο του ορεινού χωριού, στον επαγγελματία οδηγό, στον αγρότη, στον μαθητή και στον ηλικιωμένο που είναι αναγκασμένοι να κινούνται καθημερινά σε αυτούς τους δρόμους.
«Η ελληνική οικογένεια που ζει στην επαρχία δεν είναι πολίτης δεύτερης κατηγορίας», ήταν το μήνυμά του, ζητώντας συστηματική συντήρηση και πραγματικές επενδύσεις αντί για έργα που κατασκευάζονται και στη συνέχεια εγκαταλείπονται στη φθορά.
Στο πλαίσιο αυτό παρουσίασε τις προτάσεις της ΝΙΚΗΣ για ενιαίο και διαρκώς επικαιροποιούμενο Εθνικό Μητρώο Επικίνδυνων Σημείων, δημόσια πληροφόρηση για την κατάστασή τους, δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα αποκατάστασης, τακτικούς ελέγχους και αξιοποίηση σύγχρονων τεχνολογιών για οδόστρωμα, σήμανση, φωτισμό, γέφυρες και στηθαία ασφαλείας.
«Όταν δεν έχει κανένας ευθύνη γι’ αυτό που πρόκειται να γίνει, φυσικά κωλυσιεργεί και δεν υπάρχει αποτελεσματικότητα», σημείωσε, ζητώντας να είναι κάθε φορά γνωστό ποιος έχει την ευθύνη, ποιο έργο θα γίνει, πότε θα ολοκληρωθεί, πόσο θα κοστίσει και ποιος θα λογοδοτήσει εάν δεν γίνει.
Η τοποθέτησή του έγινε ακόμη πιο αιχμηρή όταν αναφέρθηκε στον τρόπο καθορισμού των ορίων ταχύτητας και της διαγράμμισης. Έφερε ως παράδειγμα δρόμο στην εκλογική του περιφέρεια, όπου σε ευθεία περίπου 800 μέτρων προβλέπεται όριο 50 χιλιομέτρων και έχει τοποθετηθεί διπλή συνεχής γραμμή σε ολόκληρο το τμήμα, απαγορεύοντας την προσπέραση.
Εκεί χρησιμοποίησε και μία από τις πιο χαρακτηριστικές φράσεις της ομιλίας του: «Δεν γίνεται να βλέπεις τον πολίτη ως ένα ψάρι που θα πέσει στο δόλωμα της ευθείας». Ζήτησε αναθεώρηση και εξορθολογισμό των ορίων ταχύτητας, ώστε οι κανόνες να υπηρετούν την πραγματική οδική ασφάλεια και να ανταποκρίνονται στις συνθήκες κάθε δρόμου.
Παράλληλα έθεσε ζήτημα για τις προδιαγραφές των κυκλικών κόμβων και υποστήριξε ότι χρειάζεται να εξεταστεί κατά πόσο οι υφιστάμενες ευρωπαϊκές προδιαγραφές ανταποκρίνονται στις ιδιαίτερες ελληνικές συνθήκες. Συμφώνησε επίσης με την πρόταση τα έσοδα από τις τροχαίες παραβάσεις να επιστρέφουν αποκλειστικά σε έργα οδικής ασφάλειας.
Ο Κομνηνός Δελβερούδης άνοιξε και το θέμα της αξιοποίησης των ψηφιακών δεδομένων, επισημαίνοντας ότι ακόμη και η καλύτερη τεχνολογική καταγραφή δεν αρκεί εάν απουσιάζουν η χρηματοδότηση και η πολιτική βούληση που θα μετατρέψει τα δεδομένα σε πραγματικές παρεμβάσεις.
Στο τέλος έθεσε και το ζήτημα του κόστους χρήσης των μεγάλων οδικών αξόνων και των διοδίων. Προειδοποίησε ότι όταν η μετακίνηση σε έναν σύγχρονο αυτοκινητόδρομο γίνεται οικονομικά δυσβάστακτη, ο ίδιος ο πολίτης μπορεί να οδηγηθεί ξανά στους λιγότερο ασφαλείς παράδρομους.
«Σε λίγο καιρό οι πολίτες θα προτιμούν να πηγαίνουν από τους παράδρομους», ανέφερε, συνδέοντας ευθέως την οικονομική επιβάρυνση με την πραγματική δυνατότητα ασφαλούς μετακίνησης.
Κλείνοντας, συνόψισε τη θέση του σε μία φράση: «Η πραγματική πρόοδος μιας χώρας δεν μετριέται μόνο από το ύψος των νέων αυτοκινητοδρόμων ή από τις κορδέλες των εγκαινίων. Μετριέται και από το αν ο πολίτης μπορεί να επιστρέψει με ασφάλεια στο σπίτι του».
Δείτε εδώ την παρέμβασή του:

