Ο κ. Μητσοτάκης πήγε στον ΟΗΕ για να περιγράψει μια Ελλάδα ισχυρή, σταθερή και γεφυροποιό. Μόνο που πίσω από τις ωραίες λέξεις υπάρχουν ερωτήματα στα οποία η κυβέρνησή του εξακολουθεί να μην απαντά.
Μίλησε για Διεθνές Δίκαιο και UNCLOS. Πολύ σωστά. Γιατί, λοιπόν, η Τουρκία εξακολουθεί να απειλεί την Ελλάδα με πόλεμο, να απαιτεί αποστρατιωτικοποίηση ελληνικών νησιών και να αμφισβητεί ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα; Ποιο ακριβώς είναι το αποτέλεσμα της περίφημης πολιτικής των «ήρεμων νερών»;
Μίλησε για τον Great Sea Interconnector που θα διασυνδέει ηλεκτρικά Ελλάδα-Κύπρο ως στρατηγικό έργο. Ας αφήσει τις διακηρύξεις και ας απαντήσει στο απλό: πότε θα γίνουν ανεμπόδιστα οι έρευνες και οι εργασίες της πόντισης του καλωδίου για τη διασύνδεση, εκεί όπου η Άγκυρα απαιτεί τη δική της “άδεια”;
Η κυριαρχία δεν ασκείται με ομιλίες στη Νέα Υόρκη, επιβάλλεται με αποφασιστικότητα στο πεδίο. Ιδίως όταν η άλλη πλευρά εξειδικεύεται στη διγλωσσία και την ώρα που μιλά για σχέσεις καλής γειτονίας είναι σε εξέλιξη η μεγάλη ναυτική άσκηση «Θαλασσόλυκος» στο Αιγαίο.
Ο κ. Μητσοτάκης μίλησε και για την Κύπρο ως «δοκιμασία αξιοπιστίας» του ΟΗΕ. Όμως το Κυπριακό δεν είναι απλώς ένα πρόβλημα που περιμένει την επανέναρξη των συνομιλιών. Είναι ζήτημα εισβολής και συνεχιζόμενης κατοχής, με τουρκικά στρατεύματα να παραμένουν επί 52 χρόνια στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτό έπρεπε να ακουστεί καθαρά από το βήμα του ΟΗΕ: αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων, τερματισμός της κατοχής και καμία συζήτηση για λύση δύο κρατών.
Ο κ. πρωθυπουργός είπε ότι η Ελλάδα «χτίζει γέφυρες».
Γέφυρες, όμως, χωρίς κόκκινες γραμμές καταλήγουν να γίνονται περάσματα για τις απαιτήσεις των άλλων.
Όσο το τουρκικό casus belli παραμένει, όσο η Άγκυρα απαιτεί λόγο για το πού θα ποντίσει καλώδια η Ελλάδα, όσο αμφισβητεί την άμυνα των ελληνικών νησιών και όσο ο τουρκικός στρατός παραμένει στην κατεχόμενη Κύπρο, οι πανηγυρισμοί περί ισχυρής Ελλάδας συγκρούονται με την πραγματικότητα.
Και εκεί βρίσκεται το πραγματικό ερώτημα για τον κ. Μητσοτάκη: τι έχει κερδίσει η Ελλάδα από την πολιτική των «ήρεμων νερών» και ποια τουρκική διεκδίκηση κατάφερε, έστω, να περιορίσει στην πράξη;

