Στις εργασίες της Εξεταστικής Επιτροπής για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, ο βουλευτής Κατερίνης της ΝΙΚΗΣ, Κομνηνός Δελβερούδης, ανέδειξε με στοχευμένες και επίμονες ερωτήσεις τη διαχρονική παθογένεια ενός μηχανισμού που διαχειρίστηκε ευρωπαϊκούς πόρους χωρίς επαρκή έλεγχο, θεσμική συνέχεια και πολιτική λογοδοσία.
Μέσα από την εξέταση πρώην υπουργών, γενικών γραμματέων και θεσμικών παραγόντων, κατέστη σαφές ότι τα προβλήματα του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν αποτέλεσαν μεμονωμένες αστοχίες, αλλά προϊόν ενός συστήματος διοικητικής εξάρτησης, πολιτικής ανοχής και μετακύλισης ευθυνών, το κόστος του οποίου καλούνται να πληρώσουν οι Έλληνες αγρότες και η ίδια η χώρα.
Κατά την εξέταση του πρώην προέδρου του ΟΠΕΚΕΠΕ Αντωνίου Μωυσίδη από τον βουλευτή της ΝΙΚΗΣ στην Εξεταστική Επιτροπή, αναδείχθηκαν κρίσιμες πτυχές για τον τρόπο διοίκησης, τον ρόλο της πολιτικής ηγεσίας και τις διαχρονικές παθογένειες του Οργανισμού.
Ο κ. Μωυσίδης παραδέχθηκε ευθέως ότι ο διορισμός του στην προεδρία δεν προήλθε από θεσμικό διαγωνισμό, αλλά ήταν πολιτική επιλογή του τότε υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης Βαγγέλη Αποστόλου, επιβεβαιώνοντας τον κομματικό χαρακτήρα των τοποθετήσεων. Δήλωσε επίσης ανοιχτά τη μακρόχρονη σχέση του με τον ΣΥΡΙΖΑ και τη συμμετοχή του στο αγροτικό του τμήμα επί τρεις δεκαετίες.
Σε ερωτήσεις για τη γνώση των προβλημάτων του ΟΠΕΚΕΠΕ από την πολιτική ηγεσία, ο πρώην πρόεδρος υποστήριξε ότι, παρότι υπήρχαν λειτουργικές δυσκολίες σε έναν μεγάλο οργανισμό, δεν είχε εικόνα σοβαρών παθογενειών ή σαφών προειδοποιήσεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση που να καταδεικνύουν γενικευμένη κακοδιοίκηση. Τόνισε ότι τα ζητήματα συζητούνταν σε επίπεδο υπουργού, χωρίς να γνωρίζει αν και κατά πόσο έφθαναν στον τότε πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, εκφράζοντας μάλιστα την άποψη ότι δεν θα ανέμενε από έναν πρωθυπουργό να ασχολείται άμεσα με τη λειτουργία του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Ιδιαίτερη σημασία είχε η παραδοχή του ότι, λόγω της εξάρτησης του Οργανισμού από εξωτερικούς τεχνικούς συμβούλους και εταιρείες πληροφορικής, «υπάρχει χώρος» για αυτοτελείς ή και έκνομες ενέργειες στο πεδίο των πληροφοριακών συστημάτων, ακόμη και χωρίς άμεση γνώση της διοίκησης. Παράλληλα, επισήμανε ότι η κύρια πολιτική πίεση διαχρονικά ήταν η έγκαιρη πληρωμή των αγροτών, εντός του πλαισίου των κανόνων, ενώ οι έλεγχοι υλοποιούνταν κυρίως από τις περιφερειακές υπηρεσίες.
Αναφορικά με τις ευθύνες, ο κ. Μωυσίδης αναγνώρισε ότι ο πρόεδρος φέρει τελική νομική ευθύνη για τη λειτουργία του Οργανισμού, ακόμη και για παρατυπίες σε περιφερειακό επίπεδο, ενώ οι πολιτικές ευθύνες των υπουργών κρίνονται, όπως είπε, σε ανώτερο επίπεδο. Για τη μεταφορά του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, δήλωσε επιφυλακτικός ως προς το αν μπορεί να θεραπεύσει τις παθογένειες, υπενθυμίζοντας ότι ο Οργανισμός ήταν διαπιστευμένος από την Ευρωπαϊκή Ένωση και θέτοντας εμμέσως ερωτήματα για τη σκοπιμότητα της αλλαγής.
Κατά την εξέταση του πρώην αντιπροέδρου και γενικού διευθυντή του ΟΠΕΚΕΠΕ Ιωάννη Καργιώτη, η συζήτηση επικεντρώθηκε στη λειτουργία του Οργανισμού, στις πολιτικές ευθύνες, αλλά και στις δομικές επιλογές που οδήγησαν σε σοβαρές δημοσιονομικές επιπτώσεις για τον αγροτικό κόσμο.
Ο κ. Καργιώτης αναγνώρισε ότι, όπως σε κάθε μεγάλο οργανισμό με εκατοντάδες υπαλλήλους και δεκάδες περιφερειακές δομές, υπήρχαν λειτουργικά προβλήματα, τα οποία –κατά τον ίδιο– αντιμετωπίζονταν με προσπάθειες εκσυγχρονισμού, εκπαίδευσης και βελτίωσης των διαδικασιών. Δήλωσε ότι, στο μέτρο των αρμοδιοτήτων του ως αντιπροέδρου και γενικού διευθυντή, κατέβαλε τη μέγιστη δυνατή προσπάθεια.
Αναφερόμενος στη μακρά θητεία του στον αγροτικό συνεταιρισμό Τρικάλων, υποστήριξε ότι οι συνεταιρισμοί μπορούν να διαδραματίσουν κρίσιμο ρόλο στην εξυγίανση του πρωτογενούς τομέα, υπό την προϋπόθεση πλήρους αυτονομίας από το κράτος, διαφάνειας, εκπαίδευσης των διοικήσεων και ουσιαστικής ευθύνης των μελών για τα αποτελέσματα.
Στο ζήτημα της πολιτικής εποπτείας, ο μάρτυρας τόνισε ότι είχε συνεργασία με τον τότε υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης Βαγγέλη Αποστόλου, του οποίου τις προθέσεις χαρακτήρισε καλές, χωρίς όμως να γνωρίζει αν και κατά πόσο τα ζητήματα του ΟΠΕΚΕΠΕ έφθαναν στον πρωθυπουργό, καθώς ο ίδιος δεν είχε ποτέ απευθείας επαφή μαζί του. Παραδέχθηκε, ωστόσο, ότι θεωρεί αυτονόητη την υποχρέωση κάθε υπουργού να ενημερώνει τον πρωθυπουργό για σοβαρές παθογένειες στον τομέα ευθύνης του.
Ιδιαίτερη σημασία είχε η τοποθέτησή του σχετικά με τη διαφθορά: ο κ. Καργιώτης δήλωσε ότι, κατά τη σύντομη θητεία του, δεν εντόπισε ζητήματα διαφθοράς, αλλά μόνο προβληματικές λειτουργίες. Υπογράμμισε πάντως ότι, εφόσον κάποιος αντιληφθεί διαφθορά, οφείλει θεσμικά να την καταγγείλει και να συμβάλει στην αποκατάστασή της.
Σε ερώτηση για τις συνεχείς αλλαγές υπουργών Αγροτικής Ανάπτυξης και προέδρων του ΟΠΕΚΕΠΕ επί σειρά ετών, ο μάρτυρας εξέφρασε ανοιχτά τον προβληματισμό του, δηλώνοντας ότι του προκαλεί σοβαρά ερωτήματα η ετήσια εναλλαγή προσώπων σε τόσο κρίσιμες θέσεις, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει τα κίνητρα αυτής της πρακτικής.
Για το βαρύ πρόστιμο των 415 εκατ. ευρώ που επέβαλε η Ευρωπαϊκή Ένωση στην Ελλάδα λόγω ανεπαρκών ελέγχων, ο κ. Καργιώτης το χαρακτήρισε «άδικο» να επιβαρύνει τους αγρότες, αποφεύγοντας ωστόσο να αποδώσει συγκεκριμένες πολιτικές ευθύνες, δηλώνοντας άγνοια για τις ακριβείς αιτίες που το προκάλεσαν.
Αναφορικά με τα τεχνικά ζητήματα, ανέφερε τα πρόσωπα που είχαν την ευθύνη των τεχνικών ελέγχων στις περιόδους της θητείας του, χωρίς να καταγγείλει συγκεκριμένες παρατυπίες. Για την υπόθεση της εταιρείας «ΓΑΙΑ Επιχειρείν», υποστήριξε ότι η παρουσία της στον ΟΠΕΚΕΠΕ ήταν περιττή και ότι ο Οργανισμός θα μπορούσε να εκτελέσει το έργο της αυτοτελώς, σημειώνοντας πως η εμπλοκή της προέκυψε μέσω της ΠΑΣΕΓΕΣ και όχι κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας. Δεν επιβεβαίωσε, αλλά ούτε και απέκλεισε ρητά, το ενδεχόμενο πολιτικών παρεμβάσεων στη λειτουργία της.
Τέλος, για τη χρηματοδότηση των αγροτικών ενισχύσεων μέσω τραπεζικού δανεισμού, παραδέχθηκε ότι η εμπλοκή τραπεζών ήταν αναγκαία για την καταβολή των ποσών στους λογαριασμούς των δικαιούχων, επισημαίνοντας ότι η λήψη δανείων συνδεόταν με την ανάγκη αποφυγής καθυστερήσεων στις πληρωμές, ακόμη και αν αυτό συνεπαγόταν κόστος τόκων.
Κατά την εξέταση της πρώην αντιπροέδρου του ΟΠΕΚΕΠΕ Ειρήνης Κατσινοπούλου, η συζήτηση εστιάστηκε στον κομματικό τρόπο στελέχωσης του Οργανισμού, στα θεσμικά ασυμβίβαστα γύρω από τον τεχνικό σύμβουλο, στη διαχείριση ευαίσθητων δεδομένων και, κυρίως, στις πολιτικές ευθύνες για τη διασπάθιση ευρωπαϊκών κονδυλίων και τα βαριά πρόστιμα που επιβλήθηκαν στη χώρα.
Η κ. Κατσινοπούλου επιβεβαίωσε ότι η επιλογή της στη θέση της αντιπροέδρου έγινε με κομματικά κριτήρια, λόγω της συμμετοχής της στην Επιτροπή Αγροτικής Ανάπτυξης του ΣΥΡΙΖΑ. Υποστήριξε ότι τέτοιου είδους επιλογές δεν είναι παράνομες και αποτελούν διαχρονική πρακτική του ελληνικού πολιτικού συστήματος, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι, κατά τη γνώμη της, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι η κομματική προέλευση, αλλά η ικανότητα των στελεχών να ανταποκριθούν στον ρόλο τους. Απέφυγε να ισχυριστεί ότι η κομματοκρατία βελτιώνει τη λειτουργία ενός οργανισμού, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να λειτουργεί είτε θετικά είτε αρνητικά, ανάλογα με τα πρόσωπα.
Σε ερώτηση για τη μεταφορά του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, εμφανίστηκε επιφυλακτική ως προς το αν αυτή θα επιφέρει ουσιαστική βελτίωση, σημειώνοντας ότι χωρίς σαφές θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας του Οργανισμού εντός της ΑΑΔΕ δεν μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα.
Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε η παραδοχή της ότι υφίστατο ασυμβίβαστη σχέση μεταξύ του τεχνικού συμβούλου και της εταιρείας «ΓΑΙΑ Επιχειρείν», καθώς πρόσωπα που συμμετείχαν στον έλεγχο είχαν παράλληλα μετοχική ή λειτουργική σχέση με την εταιρεία που ελεγχόταν. Η μάρτυρας χαρακτήρισε αυτή τη σχέση ασυμβίβαστη και εκτίμησε ότι η διατήρησή της αποτελούσε πολιτική απόφαση, επισημαίνοντας ότι, εάν υπήρχε ουσιαστικός θεσμικός έλεγχος, όφειλαν να είχαν παρέμβει αρμόδιες αρχές, όπως η Επιτροπή Ανταγωνισμού. Δεν απέκλεισε, εμμέσως πλην σαφώς, ότι τέτοιες ρυθμίσεις άνοιγαν τον δρόμο για διασπάθιση ευρωπαϊκών κονδυλίων μέσω της λεγόμενης «τεχνικής λύσης».
Στο ζήτημα της πρόσβασης του τεχνικού συμβούλου στη βάση δεδομένων του ΟΠΕΚΕΠΕ, η κ. Κατσινοπούλου επιβεβαίωσε ότι ιδιωτική εταιρεία είχε πρόσβαση σε πλήρη στοιχεία αγροτών και δικαιούχων επιδοτήσεων, σημειώνοντας ότι η χρήση των δεδομένων τυπικά διασφαλιζόταν μέσω της εθνικής και κοινοτικής νομοθεσίας και μέσω συμφώνων εμπιστευτικότητας. Παραδέχθηκε, ωστόσο, ότι η ουσιαστική ευθύνη για την προστασία και την ορθή χρήση των δεδομένων βάρυνε τόσο τον ιδιώτη όσο και τον ίδιο τον Οργανισμό.
Απαντώντας σε ερωτήσεις για τη δυνατότητα εντοπισμού παράνομων επιδοτήσεων, απέφυγε να δώσει σαφή απάντηση ως προς το αν ο έλεγχος θα μπορούσε να γίνει εύκολα και γρήγορα, επισημαίνοντας ότι σε περιπτώσεις παρανομιών την αρμοδιότητα έχουν οι δικαστικές και ελεγκτικές αρχές. Παραδέχθηκε πάντως ότι ο ΟΠΕΚΕΠΕ παρουσίαζε σοβαρά λειτουργικά προβλήματα, όπως υποστελέχωση και έντονη εξάρτηση από τον τεχνικό σύμβουλο και τα πληροφοριακά συστήματα, επιβεβαιώνοντας την εικόνα ενός οργανισμού με περιορισμένη διοικητική αυτονομία.
Σχετικά με την πολιτική εποπτεία, η μάρτυρας δήλωσε κατηγορηματικά ότι θεωρεί αδιανόητο ένας υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης να δηλώνει άγνοια για σοβαρές παρανομίες ή παθογένειες ενός οργανισμού που διαχειρίζεται δισεκατομμύρια ευρώ, και ακόμη πιο αδιανόητο να μην ενημερώνεται συνολικά η κυβέρνηση όταν οι παρανομίες αυτές οδηγούν σε βαρύτατες οικονομικές κυρώσεις για τη χώρα. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι κατά τη δική της θητεία (έως τον Οκτώβριο του 2015) δεν είχαν διαπιστωθεί παρανομίες και δεν είχε επιβληθεί κανένα πρόστιμο στην Ελλάδα.
Αναφερόμενη στο πρόστιμο των 415 εκατ. ευρώ που επιβλήθηκε μεταγενέστερα από την Ευρωπαϊκή Ένωση λόγω ανεπαρκών ελέγχων, υποστήριξε ότι η συζήτηση δεν μπορεί να γίνεται αθροιστικά και αδιακρίτως για μεγάλες χρονικές περιόδους με διαφορετικές διοικήσεις και κυβερνήσεις. Τόνισε, ωστόσο, ότι διαχρονικά καμία κυβέρνηση δεν αντιμετώπισε σοβαρά τα αίτια των ευρωπαϊκών προστίμων, τα οποία επιβάλλονταν ήδη από τη δεκαετία του 2000, με αποτέλεσμα το κόστος να μετακυλίεται τελικά στους ίδιους τους αγρότες. Για τον λόγο αυτό, δήλωσε ξεκάθαρα ότι πρέπει να αποδίδονται πολιτικές ευθύνες, όχι μόνο σήμερα αλλά διαχρονικά.
Κατά την εξέταση της πρώην αντιπροέδρου του ΟΠΕΚΕΠΕ Άννας Μαρίας Γιάντση, αναδείχθηκαν με σαφήνεια οι διαχρονικές παθογένειες στη διοίκηση του Οργανισμού, η κομματική λογική στελέχωσης, η βαθιά εξάρτηση από ιδιωτικές εταιρείες πληροφορικής και το ζήτημα των πολιτικών ευθυνών για τα βαριά ευρωπαϊκά πρόστιμα που τελικά επιβαρύνουν τον αγροτικό κόσμο.
Η κ. Γιάντση παραδέχθηκε ότι, παρότι δεν είχε σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ, η πολιτική της σύνδεση με τους ΑΝΕΛ αποτέλεσε παράγοντα στην τοποθέτησή της τόσο στη θέση της αντιπροέδρου του ΟΠΕΚΕΠΕ όσο και σε μεταγενέστερη θέση στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης. Αν και υποστήριξε ότι βασικό κριτήριο θα έπρεπε να είναι το «know how» και η συνάφεια με το αντικείμενο, αποδέχθηκε ότι η κομματική επιλογή αποτελούσε κυρίαρχη πρακτική εκείνη την περίοδο, επιβεβαιώνοντας την εικόνα κομματοκρατίας στη στελέχωση κρίσιμων διοικητικών θέσεων.
Σε σχετική ερώτηση για το αν αυτός ο τρόπος επιλογής βοηθά τη λειτουργία ενός δημόσιου οργανισμού όπως ο ΟΠΕΚΕΠΕ, απέφυγε να τον υπερασπιστεί ευθέως, περιοριζόμενη στη θέση ότι «τουλάχιστον» θα πρέπει οι επιλεγόμενοι να έχουν συνάφεια με το αντικείμενο, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η κομματική προέλευση από μόνη της δεν εγγυάται αποτελεσματική διοίκηση.
Η συζήτηση μεταφέρθηκε στη συνέχεια στο ζήτημα της επιμόρφωσης των αγροτών και κτηνοτρόφων. Η μάρτυρας υποστήριξε ότι, σε επίπεδο θεσμικού πλαισίου, υπήρχαν επαρκείς ευκαιρίες μέσω του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης, του ΕΛΓΟ–ΔΗΜΗΤΡΑ και ιδιωτικών συμβουλευτικών σχημάτων, επισημαίνοντας ότι η εκπαίδευση συνδέθηκε ακόμη και με οικονομικά κίνητρα, όπως η συνδεδεμένη ενίσχυση. Ωστόσο, μέσα από την ανταλλαγή ερωτήσεων αναδείχθηκε εμμέσως το ζήτημα της ψηφιακής επάρκειας των παραγωγών, καθώς μεγάλο μέρος των δράσεων προϋπέθετε βασικές ψηφιακές δεξιότητες, χωρίς αυτό να είναι αυτονόητο για το σύνολο του αγροτικού πληθυσμού.
Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε η συζήτηση για τον ρόλο της «ΓΑΙΑ Επιχειρείν» και των εταιρειών πληροφορικής. Ο κ. Δελβερούδης επανέφερε το θέμα του ασυμβίβαστου, καθώς ο τεχνικός σύμβουλος του ΟΠΕΚΕΠΕ συμμετείχε ταυτόχρονα και στη ΓΑΙΑ Επιχειρείν, η οποία είχε ρόλο στον έλεγχο και την αποσφαλμάτωση δηλώσεων. Η κ. Γιάντση δεν αρνήθηκε ότι αυτή η κατάσταση προϋπήρχε της δικής της θητείας και παραδέχθηκε ότι επρόκειτο για διαχρονικό πρόβλημα, αποφεύγοντας ωστόσο να αποδώσει ρητά πολιτική βούληση για τη διατήρησή του. Αναγνώρισε ότι ο ΟΠΕΚΕΠΕ λειτουργούσε εγκλωβισμένος σε ένα πλέγμα εξαρτήσεων από εταιρείες πληροφορικών συστημάτων, χωρίς την απαιτούμενη διοικητική και τεχνολογική αυτονομία.
Παράλληλα επιβεβαιώθηκε ότι τα Κέντρα Υποδοχής Δηλώσεων (ΚΥΔ) διαχειρίζονταν προσωπικά δεδομένα αγροτών μόνο με τη συγκατάθεση των ίδιων, ενώ δεν υπήρχε δυνατότητα ανεξέλεγκτης πρόσβασης σε συνολικά δεδομένα πέραν των πελατών τους. Ωστόσο, από τη συζήτηση προέκυψε εκ νέου το κρίσιμο ερώτημα για το ποιος έχει τελικά τον ουσιαστικό έλεγχο των δεδομένων, όταν ο Οργανισμός εξαρτάται τεχνικά από τρίτους.
Η μάρτυρας τέλος, συμφώνησε ξεκάθαρα ότι ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης όφειλε να γνωρίζει τις δυσλειτουργίες και τις παθογένειες του ΟΠΕΚΕΠΕ και ότι είχε υποχρέωση να τις μεταφέρει στον πρωθυπουργό. Υπογράμμισε μάλιστα ότι ο αγροτικός τομέας αποτελεί πυλώνα της εθνικής οικονομίας και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον ζήτημα πίσω από τον τουρισμό, αφήνοντας σαφή αιχμή για τον τρόπο με τον οποίο διαχρονικά υποτιμήθηκε.
Κατά την εξέταση του πρώην υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Σταύρου Αραχωβίτη, η συζήτηση κινήθηκε σε τέσσερις κρίσιμους άξονες: τη φύση και λειτουργία του εθνικού αποθέματος, τον ρόλο της τεχνικής λύσης, την εξάρτηση του ΟΠΕΚΕΠΕ από ιδιωτικούς τεχνικούς συμβούλους και, τέλος, τις πολιτικές ευθύνες για τη μη ολοκλήρωση των θεσμικών προϋποθέσεων που οδήγησαν στο σημερινό σκάνδαλο.
Ο κ. Αραχωβίτης ξεκαθάρισε ότι το εθνικό απόθεμα αποτελεί «κουμπαρά» χρημάτων που προβλέπεται από τον ευρωπαϊκό κανονισμό, σχηματιζόμενο από μικρές παρακρατήσεις παλαιών ενισχύσεων, με σκοπό τη στήριξη νέων και νεοεισερχόμενων αγροτών. Τα χρήματα αυτά, όπως τόνισε, δεν διανέμονται αφηρημένα, αλλά συνδέονται άμεσα με επιλέξιμες εκτάσεις: βοσκότοπους, αροτραίες και δενδρώδεις καλλιέργειες. Υπογράμμισε ότι κανείς δεν μπορεί να λάβει εθνικό απόθεμα αν δεν διαθέτει ήδη την απαιτούμενη έκταση, ενώ για τους κτηνοτρόφους οι βοσκότοποι συνδέονται απολύτως με τον αριθμό των δηλωμένων ζώων.
Σε αυτό το σημείο αναδείχθηκε ο ρόλος της «τεχνικής λύσης», η οποία –όπως παραδέχθηκε– λειτουργεί ως ξεχωριστός μηχανισμός από το εθνικό απόθεμα και αφορά την προσωρινή κατανομή βοσκοτόπων με βάση τα ζώα, λόγω της μη ολοκλήρωσης κτηματολογίου, δασικών χαρτών και διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης. Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ επισήμανε ότι η συνάρτηση δηλωθέντων ζώων και κατανεμόμενων εκτάσεων άνοιξε αντικειμενικά πεδίο για στρεβλώσεις, με τον πρώην υπουργό να επιβεβαιώνει τη λειτουργική λογική του συστήματος, χωρίς όμως να αρνείται τους κινδύνους.
Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε η συζήτηση για την πλήρη εξάρτηση του ΟΠΕΚΕΠΕ από τις εταιρείες τεχνικών συμβούλων. Ο κ. Αραχωβίτης αναγνώρισε ότι ο Οργανισμός ήταν υποστελεχωμένος και χωρίς επαρκή πληροφοριακά συστήματα, γεγονός που τον καθιστούσε πρακτικά όμηρο εξωτερικών παρόχων. Παραδέχθηκε επίσης ότι γνώριζε από την πρώτη στιγμή το μετοχικό σχήμα της «ΓΑΙΑ Επιχειρείν» και τη συμμετοχή της Neuropublic, επιβεβαιώνοντας ότι ο τεχνικός σύμβουλος του ΟΠΕΚΕΠΕ ήταν ταυτόχρονα μέτοχος στην εταιρεία που διαχειριζόταν κρίσιμες λειτουργίες.
Ωστόσο, αρνήθηκε ότι υφίστατο πραγματικό ασυμβίβαστο, υποστηρίζοντας ότι η ΓΑΙΑ δεν ήταν ελεγκτής του ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά διενεργούσε αποσφαλματώσεις δηλώσεων παραγωγών, πριν αυτές εγκριθούν τελικώς από τον ίδιο τον Οργανισμό. Αναγνώρισε, πάντως, ότι η ουσία του προβλήματος ήταν πως η υπηρεσία αυτή χρεωνόταν στους αγρότες, κάτι που –όπως παραδέχθηκε– θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί αν ο ΟΠΕΚΕΠΕ διέθετε επαρκές προσωπικό και τεχνική επάρκεια.
Σε ερώτηση αν θα μπορούσε να υπάρξει πολιτική απόφαση για διακοπή αυτής της πρακτικής, ο πρώην υπουργός παρέπεμψε στην αντικειμενική αδυναμία του Οργανισμού να καλύψει μόνος του τις απαιτήσεις της ΚΑΠ, τονίζοντας την υπερβολική πολυπλοκότητα και γραφειοκρατία του ευρωπαϊκού πλαισίου, που –κατά τον ίδιο– καθιστά αναγκαία τη λειτουργία ΚΥΔ και τεχνικών συμβούλων.
Αναφερόμενος στις ευθύνες της κυβέρνησής του για τη μη ολοκλήρωση των θεσμικών προϋποθέσεων (κτηματολόγιο, δασικοί χάρτες, διαχειριστικά σχέδια βόσκησης), ο κ. Αραχωβίτης επικαλέστηκε τους περιορισμούς των μνημονίων, υποστηρίζοντας ότι τότε δεν υπήρχε δυνατότητα προσλήψεων ή ουσιαστικών δαπανών. Αντιθέτως, επέρριψε σαφείς ευθύνες στις μεταγενέστερες κυβερνήσεις, οι οποίες –όπως είπε– εκτός μνημονίων και με «γεμάτα ταμεία», όφειλαν να έχουν ολοκληρώσει το πλαίσιο ήδη από το 2019.
Παραδέχθηκε ότι ως υπουργός είχε πλήρη γνώση των προβλημάτων του ΟΠΕΚΕΠΕ μέσω τακτικών συναντήσεων με τη διοίκηση. Δήλωσε, ωστόσο, ότι κατά τη θητεία του δεν υπήρξε σκάνδαλο τέτοιας κλίμακας ώστε να απαιτεί ενημέρωση του πρωθυπουργού. Τόνισε πάντως ότι, θεσμικά, όταν ένα ζήτημα υπερβαίνει τον υπουργό και αποκτά μείζονα διάσταση, η ενημέρωση του πρωθυπουργού είναι αυτονόητη υποχρέωση.
Τέλος, για τη μεταφορά του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, ο κ. Αραχωβίτης εμφανίστηκε ιδιαίτερα επιφυλακτικός. Υποστήριξε ότι πρόκειται για δύο θεσμούς με εντελώς διαφορετική αποστολή και πλαίσιο λειτουργίας, αμφισβητώντας τη δυνατότητα της ΑΑΔΕ να υποκαταστήσει τον πιστοποιημένο ρόλο του ΟΠΕΚΕΠΕ στις αγροτικές πληρωμές. Σχολίασε δε ότι η υπόθεση παραμένει σε «θεσμικό γνόφο», με εκκρεμότητες ως προς την πιστοποίηση και το action plan προς τις Βρυξέλλες, κατάσταση που –όπως υπαινίχθηκε– λειτουργεί πολιτικά υπέρ της κυβέρνησης.
Η εξέταση του πρώην Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, καθηγητή Χαράλαμπου Κασίμη, παρουσίασε το δομικό πρόβλημα ασυνέχειας πολιτικής και διοίκησης στον αγροτικό τομέα, καθώς και τις βαθιές θεσμικές παθογένειες που οδήγησαν τον ΟΠΕΚΕΠΕ σε κρίση αξιοπιστίας και επιτήρησης.
Ο κ. Κασίμης επιβεβαίωσε ότι θήτευσε επί τεσσεράμισι χρόνια ως Γενικός Γραμματέας, διευκρινίζοντας εξαρχής ότι οι αρμοδιότητές του σε σχέση με τον ΟΠΕΚΕΠΕ ήταν περιορισμένες και συγκεκριμένες: εισηγήσεις για το νομικό πλαίσιο του πρώτου πυλώνα της ΚΑΠ και εποπτεία σε ζητήματα διαπίστευσης και πιστοποίησης του Οργανισμού. Τόνισε ότι δεν είχε επιχειρησιακή ή διοικητική εμπλοκή στη λειτουργία του ΟΠΕΚΕΠΕ, γεγονός που όμως δεν τον εμπόδισε να έχει πλήρη εικόνα των θεσμικών κινδύνων.
Ιδιαίτερη σημασία είχε η αναφορά του στην αποχώρησή του από το Υπουργείο, όταν –όπως κατέθεσε– συνέταξε και παρέδωσε υπόμνημα 25 σελίδων προς τη νέα πολιτική ηγεσία, στο οποίο κατέγραφε αναλυτικά όσα είχαν γίνει, αλλά κυρίως τις εκκρεμότητες και τους κινδύνους που έμεναν ανοιχτοί. Η έλλειψη ουσιαστικής συνέχειας και αξιοποίησης αυτής της θεσμικής μνήμης αναδείχθηκε ως χαρακτηριστικό σύμπτωμα του ελληνικού διοικητικού συστήματος.
Στο ερώτημα για τη συνεχή εναλλαγή διοικήσεων στον ΟΠΕΚΕΠΕ και υπουργών Αγροτικής Ανάπτυξης, ο κ. Κασίμης ήταν απολύτως αρνητικός. Υπογράμμισε ότι δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή πολιτική και διοίκηση όταν οι επικεφαλής αλλάζουν διαρκώς, φέρνοντας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την Ισπανία, όπου ο ίδιος υπουργός Γεωργίας παραμένει στη θέση του επί οκτώ χρόνια, διασφαλίζοντας συνέχεια, γνώση και στρατηγική βάθους. Αντιπαρέβαλε μάλιστα το γεγονός ότι Ευρωπαίος Επίτροπος θεωρούσε αυτονόητο πως ένας Γενικός Γραμματέας είναι μόνιμος θεσμικός παράγοντας, κάτι που στην ελληνική πραγματικότητα φαντάζει σχεδόν αδιανόητο.
Η συζήτηση επεκτάθηκε στην Κοινή Αγροτική Πολιτική και ειδικότερα στη μεταβατική περίοδο 2014–2020. Ο κ. Κασίμης δεν μίλησε για πολιτική καταστρατήγηση, αλλά για σοβαρά δομικά προβλήματα, κυρίως στο ζήτημα των βοσκοτόπων. Επισήμανε ότι η νέα ΚΑΠ υιοθέτησε υπερφιλόδοξους περιβαλλοντικούς στόχους χωρίς επαρκή υποστηρικτικά μέτρα και χωρίς σοβαρές μελέτες επιπτώσεων, αφήνοντας τους παραγωγούς εκτεθειμένους. Η πανδημία και ο πόλεμος στην Ουκρανία επιδείνωσαν περαιτέρω μια ήδη προβληματική κατάσταση, οδηγώντας σε κρίση την ίδια την εφαρμογή της ΚΑΠ.
Ιδιαίτερη ανησυχία εξέφρασε για το μέλλον της ΚΑΠ, επισημαίνοντας ότι η νέα αρχιτεκτονική και το υπό διαμόρφωση Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο αναμένεται να επιφέρουν σημαντική μείωση του προϋπολογισμού, της τάξης του 20% σε ευρωπαϊκό επίπεδο και –κατά την εκτίμησή του– έως και 25% για την Ελλάδα, με δυσμενείς συνέπειες για τον πρωτογενή τομέα.
Σε ερώτηση για τον μεγάλο αριθμό δικαιούχων επιδοτήσεων σε σχέση με τους πραγματικά ενεργούς αγρότες, ο κ. Κασίμης έθεσε ένα κρίσιμο πολιτικό δίλημμα: αν η πολιτεία επιθυμεί να αποκλείσει όσους δεν είναι πλήρους απασχόλησης ή να τους διατηρήσει εντός του αγροτικού χώρου με στοχευμένα μέτρα. Συνέδεσε το ζήτημα με τη γήρανση του αγροτικού πληθυσμού και πρότεινε, ως αντικείμενο σοβαρού εθνικού σχεδιασμού, ένα πρόγραμμα πρόωρης συνταξιοδότησης σε συνδυασμό με την ενίσχυση των νέων αγροτών.
Αναφορικά με το εθνικό απόθεμα, επιβεβαίωσε ότι διανεμήθηκε κανονικά το 2017 και το 2018, στο πλαίσιο μιας δυναμικής διαδικασίας με αιτήσεις, αξιολογήσεις, ενστάσεις και συμπληρωματικές καταβολές, απορρίπτοντας την αντίληψη περί εφάπαξ ή αποσπασματικής διανομής.
Στο κρίσιμο ζήτημα της τεχνικής λύσης, ο κ. Κασίμης επανέλαβε ότι επρόκειτο για προσωρινό μηχανισμό που εισήχθη το 2014 σε συνεννόηση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, μέχρι την ολοκλήρωση δασικών χαρτών, κτηματολογίου και διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης. Τεκμηρίωσε αναλυτικά ότι ο κανονισμός omnibus του 2017 ήταν προϋπόθεση για να μη χαθούν περίπου 10 εκατομμύρια στρέμματα βοσκοτόπων, ενώ η ουσιαστική διαδικασία ξεκίνησε θεσμικά το 2019, με προκηρύξεις μεγάλου κόστους που όμως έκτοτε παραμένουν ουσιαστικά ανενεργές. Η διαπίστωση ότι, έξι χρόνια μετά, τίποτα δεν έχει ολοκληρωθεί, αποτέλεσε ένα από τα πιο βαριά σημεία της κατάθεσής του.
Στο τέλος, ο πρώην Γενικός Γραμματέας ήταν κατηγορηματικός: η εποπτεία του ΟΠΕΚΕΠΕ ανήκει στον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και, συνεπώς, υπάρχει πολιτική ευθύνη για όσα συμβαίνουν. Εξίσου αυτονόητη χαρακτήρισε την πολιτική ευθύνη του πρωθυπουργού για τη μεταφορά του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, καθώς μια τέτοια απόφαση δεν μπορεί να ληφθεί μονομερώς από έναν υπουργό.
Η εξέταση του πρώην προέδρου της ΠΑΣΕΓΕΣ Τζανέτου Καραμίχα, φανέρωσε τη διαπλοκή πολιτικής εξουσίας, συνεταιριστικού κινήματος και θεσμικών μηχανισμών, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο ακόμη και τεκμηριωμένες, ωφέλιμες παρεμβάσεις μπορούν να ακυρωθούν όταν συγκρούονται με πολιτικά συμφέροντα.
Ο κ. Καραμίχας επιβεβαίωσε ότι διετέλεσε πρόεδρος της ΠΑΣΕΓΕΣ από το 2000 έως το 2016 και ότι οι θέσεις στη διοίκηση της οργάνωσης ήταν έμμισθες, με τις αποδοχές να καθορίζονται από τα ίδια τα συλλογικά όργανα. Διευκρίνισε ότι η χρηματοδότηση της ΠΑΣΕΓΕΣ προερχόταν κυρίως από εισφορές των συνεταιριστικών οργανώσεων, ανάλογα με τον αριθμό των μελών τους, καθώς και από πόρους που διοχετεύονταν μέσω ΕΛΓΑ, οι οποίοι –όπως τόνισε– δεν ήταν δημόσια έσοδα αλλά χρήματα των ίδιων των αγροτών. Υποστήριξε ότι οι αγρότες γνώριζαν αυτή τη ροή χρηματοδότησης και ότι τα χρήματα αυτά κατευθύνονταν σε λειτουργικές δαπάνες, μισθοδοσία προσωπικού υψηλής επιστημονικής κατάρτισης και στη διατήρηση μόνιμης παρουσίας της ΠΑΣΕΓΕΣ στις Βρυξέλλες.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη στρατηγική αξία του γραφείου στις Βρυξέλλες, το οποίο –κατά την περιγραφή του– παρείχε άμεση πρόσβαση τόσο στις επίσημες όσο και στις άτυπες διεργασίες της ευρωπαϊκής πολιτικής, επιτρέποντας στην ΠΑΣΕΓΕΣ να γνωρίζει εγκαίρως τις προθέσεις και τις ισορροπίες μεταξύ των κρατών-μελών. Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ έθεσε ευθέως το ερώτημα αν αυτή η δραστηριότητα είχε μετρήσιμο όφελος για την πρωτογενή παραγωγή. Ο κ. Καραμίχας απάντησε με συγκεκριμένα παραδείγματα, όπως η διόρθωση της υπερεκτίμησης των καλλιεργούμενων στρεμμάτων βαμβακιού, που οδήγησε σε σημαντική αύξηση της συνδεδεμένης ενίσχυσης, καθώς και η συμβολή της ΠΑΣΕΓΕΣ στην ολική αποδέσμευση ενισχύσεων, που απάλλαξε καπνοπαραγωγούς από εκβιαστικές πρακτικές της αγοράς.
Στη συνέχεια, η συζήτηση έλαβε σαφώς πολιτικό χαρακτήρα. Ο κ. Καραμίχας δήλωσε απερίφραστα ότι η ΠΑΣΕΓΕΣ «εκδιώχθηκε για πολιτικούς λόγους», αρχικά επί κυβέρνησης Σαμαρά–Βενιζέλου και στη συνέχεια λόγω ανοιχτής σύγκρουσής του τόσο με τον ΣΥΡΙΖΑ όσο και με τον τότε πρωθυπουργό, ιδίως την περίοδο του δημοψηφίσματος. Υποστήριξε ότι η στάση του αυτή, επειδή δεν «μάσαγε τα λόγια του», οδήγησε στην πολιτική αποδυνάμωση και τελικά στον αποκλεισμό της ΠΑΣΕΓΕΣ, παρά τη θεσμική και τεχνοκρατική της συνεισφορά.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ συμπύκνωσε το συμπέρασμα αυτής της τοποθέτησης επισημαίνοντας ότι η πολιτική παρεμβαίνει ακόμη και σε καταφανώς επωφελείς δομές, με αποτέλεσμα οι αγρότες να μην καρπώνονται τα οφέλη και να οδηγούνται, διαχρονικά, σε αδιέξοδο. Στο πλαίσιο αυτό, τέθηκε και το ζήτημα του ΟΠΕΚΕΠΕ, με τον κ. Καραμίχα να αποδέχεται ότι πρόκειται για πραγματικό σκάνδαλο, αν και διευκρίνισε ότι ως πρόεδρος της ΠΑΣΕΓΕΣ δεν είχε άμεση εμπλοκή στις τεχνικές του λειτουργίες, οι οποίες –όπως είπε– χειρίζονταν οι υπηρεσίες και ο γενικός διευθυντής.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η συζήτηση για τη «μεταπήδηση» στελεχών από την ΠΑΣΕΓΕΣ στη ΓΑΙΑ Επιχειρείν. Ο κ. Καραμίχας χαρακτήρισε τέτοιες πρακτικές «μη ηθικές», ιδίως όταν έχουν προηγηθεί σκληρές αντιπαραθέσεις, χωρίς όμως να αποδώσει προσωπικές κατηγορίες. Στο ζήτημα του φερόμενου ασυμβίβαστου της ΓΑΙΑ Επιχειρείν, υποστήριξε ότι ο ρόλος της περιοριζόταν στην υποστήριξη πληροφοριακών συστημάτων και στην αποσφαλμάτωση δηλώσεων, απορρίπτοντας την απλουστευτική ταύτιση ελεγκτή και ελεγχόμενου. Παρά ταύτα, αναγνώρισε ξεκάθαρα ότι η πολιτική εξουσία –και συγκεκριμένα ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και η διοίκηση του ΟΠΕΚΕΠΕ– έχει την τελική εξουσία και, συνεπώς, τη δυνατότητα πολιτικής παρέμβασης.
Καθοριστικό σημείο της εξέτασης ήταν η αναφορά στην τεχνική λύση. Ο κ. Καραμίχας παραδέχθηκε ότι αρχικά επρόκειτο για περιορισμένο και τοπικό εργαλείο, όμως στη συνέχεια εξελίχθηκε σε μηχανισμό εκμετάλλευσης, επιτρέποντας τη λήψη εκτάσεων και επιδοτήσεων χωρίς αντίστοιχη ζωική παραγωγή. Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ επεσήμανε εύστοχα την κραυγαλέα αντίφαση: τριπλασιασμός δηλωμένων ζώων με σταθερή παραγωγή γάλακτος, χωρίς να σημάνει συναγερμός στον ΟΠΕΚΕΠΕ. Η ευθύνη αυτή, κατά τον κ. Καραμίχα, βαραίνει πρωτίστως τον Οργανισμό.
Στο ερώτημα για τη μεταφορά του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, ο πρώην πρόεδρος της ΠΑΣΕΓΕΣ εμφανίστηκε σκεπτικιστής, τονίζοντας ότι το πρόβλημα δεν είναι ο φορέας αλλά τα πρόσωπα που τον διοικούν. Υπογράμμισε ότι ο μηχανισμός παραμένει ουσιαστικά ο ίδιος, χωρίς ενίσχυση προσωπικού ή αλλαγή δομών, άρα η ευθύνη συνεχίζει να βαραίνει την εκάστοτε ηγεσία. Συμφώνησε, τέλος, με τη βασική θέση του βουλευτή της ΝΙΚΗΣ ότι, όπως ο ίδιος θεωρούσε εαυτόν υπεύθυνο για όσα συνέβησαν στην ΠΑΣΕΓΕΣ κατά τη μακρά θητεία του, έτσι και οι επικεφαλής του ΟΠΕΚΕΠΕ φέρουν ακέραια την ευθύνη για όσα σήμερα διερευνά η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

