Σοβαρές καταγγελίες για απόπειρα εκφοβισμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στην Ελλάδα διατύπωσε η απερχόμενη Ευρωπαία Γενική Εισαγγελέας, Λάουρα Κοβέσι, προκαλώντας νέα ερωτήματα για τη στάση των ελληνικών αρχών απέναντι στις έρευνες για τη διαφθορά και τη διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων. Οι δηλώσεις της, με τις οποίες χαρακτήρισε την ελληνική περίπτωση ως την πλέον απροκάλυπτη απόπειρα εκφοβισμού που αντιμετώπισε κατά την επταετή θητεία της, επαναφέρουν στο προσκήνιο τις σοβαρές θεσμικές διαφωνίες με την Ελλάδα.
Η βουλευτής Β1΄ Βόρειου Τομέα Αθηνών της ΝΙΚΗΣ, Ασπασία Κουρουπάκη, φέρνει το ζήτημα στη Βουλή με Ερώτηση προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Γιώργο Φλωρίδη, ζητώντας συγκεκριμένες απαντήσεις για τις καταγγελίες της Κοβέσι, τις νομοθετικές παρεμβάσεις που έχει αμφισβητήσει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και τα μέτρα που έχουν ληφθεί για την ανεξάρτητη λειτουργία της στην Ελλάδα.
Σε συνέντευξή της στο Politico, που δημοσιεύθηκε στις 28 Οκτωβρίου 2026, η Λάουρα Κοβέσι υποστήριξε ότι η πιο απροκάλυπτη απόπειρα εκφοβισμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σημειώθηκε στην Ελλάδα, συνδέοντας τη συγκεκριμένη καταγγελία με τη διαφωνία για την ανανέωση της θητείας τριών Ελλήνων εντεταλμένων Ευρωπαίων Εισαγγελέων.
Το Κολέγιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας είχε αποφασίσει τον Νοέμβριο του 2025 την ανανέωση της θητείας τους για πέντε χρόνια. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου αποφάσισε τον Μάιο του 2026 διετή παράταση, προκαλώντας την αντίδραση της ευρωπαϊκής αρχής, η οποία θεωρεί ότι η απόφαση επηρεάζει την ανεξαρτησία και την αποτελεσματικότητα του έργου της.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία προσέφυγε στη Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, η οποία στις 24 Ιουνίου απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη, με ψήφους 72 έναντι 10. Η απόρριψη βασίστηκε σε δικονομικό ζήτημα σχετικά με το δικαίωμα προσφυγής για την υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών λειτουργών.
Η αντιπαράθεση είχε ήδη αποκτήσει επίσημη ευρωπαϊκή διάσταση από τις 22 Μαΐου 2026, όταν η Λάουρα Κοβέσι απευθύνθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καταγγέλλοντας ότι πρόσφατες νομοθετικές τροποποιήσεις και δικαστικές αποφάσεις στην Ελλάδα επηρεάζουν αρνητικά την ανεξάρτητη και αποτελεσματική λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Στην επίσημη ανακοίνωσή της, η ευρωπαϊκή αρχή εξέφρασε σοβαρές αμφιβολίες για τη συμμόρφωση των ελληνικών αρχών με την υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας που προβλέπει το άρθρο 4 παράγραφος 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην τροποποίηση του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με την οποία θεσπίστηκε ειδική διαδικασία διερεύνησης κακουργημάτων που αφορούν βουλευτές. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη νομοθετική παρέμβαση περιορίζει την ικανότητά της να ερευνά αποτελεσματικά υποθέσεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της.
Η ελληνική πλευρά είχε υπερασπιστεί τη νομοθετική πρωτοβουλία, με πηγές του Υπουργείου Δικαιοσύνης να υποστηρίζουν τον Μάιο ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είχε ενημερωθεί για τις προωθούμενες αλλαγές.
Η Ασπασία Κουρουπάκη ζητά από τον Γιώργο Φλωρίδη να παρουσιάσει την πλήρη νομική τεκμηρίωση της επίμαχης διάταξης και να εξηγήσει πώς διασφαλίζεται ότι οι Ευρωπαίοι εισαγγελείς μπορούν να ασκούν αποτελεσματικά τις αρμοδιότητές τους όταν διερευνούν υποθέσεις στις οποίες εμπλέκονται πολιτικά πρόσωπα.
Παράλληλα, θέτει το ζήτημα επανεξέτασης της ρύθμισης υπό το πρίσμα των επίσημων ευρωπαϊκών επισημάνσεων και ζητά να γνωστοποιηθούν οι απαντήσεις που έχουν δοθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή μετά την επιστολή της 22ας Μαΐου.
Οι καταγγελίες της κ. Κοβέσι αποκτούν ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα εξαιτίας της έρευνας για τον ΟΠΕΚΕΠΕ και τις ευρωπαϊκές αγροτικές επιδοτήσεις. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει διερευνήσει υποθέσεις φερόμενης απάτης στη διαχείριση κοινοτικών κονδυλίων, με τη διαδικασία να έχει επεκταθεί και σε πολιτικά πρόσωπα.
Στη συνέντευξή της, η απερχόμενη Ευρωπαία Γενική Εισαγγελέας αναφέρθηκε στις προσπάθειες αμφισβήτησης της αξιοπιστίας της υπηρεσίας της και υπερασπίστηκε την ανεξαρτησία των ερευνών. Επισήμανε ότι η άρση της βουλευτικής ασυλίας αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση για τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων και δεν συνιστά διαπίστωση ενοχής.
Η κ. Κοβέσι απέρριψε επίσης τις αιτιάσεις περί πολιτικής σκοπιμότητας των ερευνών, τονίζοντας ότι το έργο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αφορά την προστασία των ευρωπαϊκών χρημάτων και τη διερεύνηση πιθανών οικονομικών εγκλημάτων.
Με την κοινοβουλευτική της παρέμβαση, η Ασπασία Κουρουπάκη ζητά από την κυβέρνηση να εξηγήσει με συγκεκριμένα στοιχεία τη στάση της απέναντι στις καταγγελίες της Ευρωπαίας Γενικής Εισαγγελέως. Απαιτεί να γνωστοποιηθεί εάν το Υπουργείο Δικαιοσύνης έχει ζητήσει επίσημη ενημέρωση για τα περιστατικά εκφοβισμού στα οποία αναφέρθηκε η Κοβέσι και ποιες ενέργειες έχουν πραγματοποιηθεί για την αντιμετώπιση των θεσμικών ζητημάτων.
Παράλληλα, ζητά ενημέρωση για τις πρωτοβουλίες που έχουν αναληφθεί σχετικά με τη διαφωνία για τις θητείες των τριών εντεταλμένων Ευρωπαίων Εισαγγελέων, με πλήρη σεβασμό στην ανεξαρτησία της ελληνικής Δικαιοσύνης και στις προβλέψεις του ευρωπαϊκού κανονισμού 2017/1939.
Η βουλευτής της ΝΙΚΗΣ θέτει και το ζήτημα της ουσιαστικής υποστήριξης των ελληνικών γραφείων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ζητώντας συγκεκριμένα στοιχεία για τη στελέχωση, τις υποδομές και την υλικοτεχνική υποστήριξή τους, ιδιαίτερα κατά τη διερεύνηση υποθέσεων που αφορούν τη διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων.
Η δυνατότητα ανεμπόδιστης διερεύνησης τέτοιων υποθέσεων συνδέεται άμεσα με την προστασία του δημόσιου χρήματος, την αντιμετώπιση της διαφθοράς και την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη καλείται πλέον να τοποθετηθεί επίσημα απέναντι σε μια εξαιρετικά σοβαρή καταγγελία που διατυπώθηκε δημόσια από την επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης οφείλει να παρουσιάσει τις απαντήσεις της ελληνικής πλευράς, τη νομική τεκμηρίωση των επίμαχων ρυθμίσεων και τις συγκεκριμένες ενέργειες που έχουν αναληφθεί για τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας των ευρωπαϊκών εισαγγελικών ερευνών στην Ελλάδα.
Loading Viewer...

