Στην Βουλή των Ελλήνων και ειδικότερα στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας τοποθετήθηκε η βουλευτής Β1 Βόρειου Τομέα της ΝΙΚΗ, Ασπασία Κουρουπάκη, στο πλαίσιο της παρουσίασης του Ετήσιου Προγράμματος Ελέγχων για το 2026 από την Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, Σωτηρία Ντούνη.
Η κ. Κουρουπάκη υπογράμμισε ότι η συζήτηση αποκτά ουσιαστικό νόημα μόνο εφόσον υπερβαίνει την απλή καταγραφή τίτλων ελέγχου και οδηγεί σε πραγματική ιεράρχηση κινδύνων. Όπως τόνισε, «η Επιτροπή δεν έχει διακοσμητικό ρόλο, αλλά αποτελεί το σημείο στο οποίο η Βουλή οφείλει να προσδιορίζει έγκαιρα τα πεδία όπου απαιτείται ελεγκτική παρέμβαση, πριν τα προβλήματα λάβουν διαστάσεις δημόσιας κρίσης».
Αναφερόμενη στην περσινή εμπειρία, σημείωσε ότι είχαν επισημανθεί συγκεκριμένοι κίνδυνοι χωρίς να υπάρξει η αναγκαία ανταπόκριση, γεγονός που επιβεβαιώθηκε από μεταγενέστερες εξελίξεις. Υπογράμμισε ότι όταν υπάρχουν ενδείξεις θεσμικού κινδύνου, ο έλεγχος οφείλει να προηγείται και όχι να ακολουθεί τα γεγονότα.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε σε ζητήματα διαχείρισης δημόσιων πόρων, επισημαίνοντας ότι η Βουλή δεν μπορεί να αγνοεί δημόσια δεδομένα που σχετίζονται με πιθανές αδυναμίες διαφάνειας, ιδίως όταν εμπλέκονται ευρωπαϊκοί και εθνικοί πόροι μέσω δομών κατάρτισης και συνδεδεμένων φορέων.
Η βουλευτής της ΝΙΚΗΣ αναγνώρισε ότι το πρόγραμμα ελέγχων για το 2026 περιλαμβάνει θεματικούς ελέγχους με ουσιαστικό αντικείμενο, ωστόσο επισήμανε ότι απουσιάζει η απαιτούμενη έμφαση σε συγκεκριμένα πεδία αυξημένου κινδύνου. Στο πλαίσιο αυτό, πρότεινε τη διενέργεια στοχευμένου ελέγχου στις απευθείας αναθέσεις, με βάση σαφή ελεγκτικά κριτήρια, όπως η επαναληπτικότητα αναθέσεων στον ίδιο φορέα, η κατάτμηση αντικειμένου και οι μεταγενέστερες τροποποιήσεις συμβάσεων.
Παράλληλα, έθεσε ζήτημα ελέγχου της διαχείρισης δημόσιων και ενωσιακών πόρων σε προγράμματα κατάρτισης και συναφείς δράσεις, με έμφαση στη νομιμότητα των διαδικασιών, την επάρκεια των παραδοτέων και την τήρηση των κανόνων διαφάνειας και λογοδοσίας.
Τόνισε ότι «ο έλεγχος δεν πρέπει να εξαντλείται στη διαπίστωση ευρημάτων, αλλά να συνοδεύεται από ουσιαστική παρακολούθηση της εφαρμογής των συστάσεων, ώστε να αποφεύγεται η επανάληψη των ίδιων φαινομένων».
Κλείνοντας, η κ. Κουρουπάκη υπογράμμισε την ανάγκη έγκαιρης ανταπόκρισης της διοίκησης στις επισημάνσεις κινδύνου και πρότεινε να δοθεί προτεραιότητα σε ελέγχους που αφορούν τις απευθείας αναθέσεις και τη διαχείριση δημόσιων και ευρωπαϊκών πόρων, ως ελάχιστη προϋπόθεση θεσμικής σοβαρότητας.

