Με αιχμηρή κριτική για τη δομή, τις εκκρεμότητες και τις κρίσιμες διατάξεις του νομοσχεδίου του Υπουργείου Υγείας τοποθετήθηκε στην Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων η βουλευτής Β1 Βόρειου Τομέα Αθηνών της ΝΙΚΗΣ, Ασπασία Κουρουπάκη, ξεκαθαρίζοντας ότι η ΝΙΚΗ δεν μπορεί να το στηρίξει επί της αρχής όσο παραμένουν αναπάντητα ζητήματα που αφορούν τα επαγγελματικά δικαιώματα των ψυχολόγων, την ασφάλεια των ασθενών και τη διαχείριση δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ.
Η κ. Κουρουπάκη άνοιξε την τοποθέτησή της επισημαίνοντας μία βασική αντίφαση του κυβερνητικού σχεδιασμού.
«Έχετε φροντίσει να καθορίσετε ποιος θα διορίζει τις διοικήσεις, ποιες υποχρεώσεις θα έχουν οι επαγγελματίες και με ποιες διαδικασίες θα επιβάλλονται οι κυρώσεις. Για τα ίδια τα επαγγελματικά δικαιώματα των ψυχολόγων, που υποτίθεται ότι έρχεστε να κατοχυρώσετε, παραπέμπετε σε ένα μελλοντικό Προεδρικό Διάταγμα χωρίς να δεσμεύεστε πότε θα εκδοθεί», ανέφερε.
Παράλληλα, στηλίτευσε το γεγονός ότι σε ένα νομοσχέδιο 84 άρθρων έχουν ενσωματωθεί εντελώς διαφορετικές ρυθμίσεις, από την ψυχική υγεία και τη λειτουργία των νοσοκομείων μέχρι φαρμακευτικές διατάξεις, πληρωμές δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ και παράταση λειτουργίας σταθμού μεταφόρτωσης απορριμμάτων σε κοιμητήριο.
«Με ποια λογική αποφασίσατε να συγκεντρώσετε όλα αυτά τα διαφορετικά θέματα σε ένα νομοσχέδιο που καλούμαστε σήμερα να εξετάσουμε επί της αρχής;», ρώτησε.
Η βουλευτής της ΝΙΚΗΣ ξεκαθάρισε ότι η παράταξη στηρίζει την κατοχύρωση των επαγγελμάτων ψυχικής υγείας και την προστασία των πολιτών από πρόσωπα που εμφανίζονται ως θεραπευτές χωρίς την απαιτούμενη επιστημονική κατάρτιση.
Όπως τόνισε, «η εμπιστοσύνη ενός γονιού που αναζητά βοήθεια για το παιδί του και ενός ανθρώπου που αποφασίζει να μιλήσει για τα προσωπικά του προβλήματα απαιτεί σοβαρούς επιστημονικούς κανόνες και ασφαλείς υπηρεσίες θεραπείας».
Στο επίκεντρο της κριτικής της βρέθηκε ο νέος Πανελλήνιος Σύλλογος Ψυχολόγων. Με βάση το άρθρο 25, ο Υπουργός Υγείας διορίζει και τα δέκα μέλη της προσωρινής διοίκησης, η οποία μπορεί να παραμείνει στη θέση της έως και τρία χρόνια.
«Τρία χρόνια, κύριε Υπουργέ, για να αποκτήσουν οι ψυχολόγοι τη δική τους εκλεγμένη διοίκηση», σημείωσε, ζητώντας να προβλεφθεί σαφής και δεσμευτική προθεσμία ολοκλήρωσης των εκλογικών διαδικασιών.
Έθεσε επίσης σοβαρό ζήτημα για τη δυνατότητα του νέου Συλλόγου να ιδρύει νομικά πρόσωπα ακόμη και εταιρικής μορφής και ταυτόχρονα να συμμετέχει στη διαμόρφωση κανόνων επαγγελματικής εκπαίδευσης.
Η Ασπασία Κουρουπάκη ζήτησε σαφείς δικλείδες για τις οικονομικές σχέσεις με εκπαιδευτικούς φορείς και την αποτροπή συγκρούσεων συμφερόντων, καθώς ένα θεσμικό όργανο που συμμετέχει στη ρύθμιση της αγοράς εκπαίδευσης δεν μπορεί να λειτουργεί χωρίς διαφανείς κανόνες.
Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν και για το άρθρο 30, που συνδέει την άσκηση του επαγγέλματος με την εγγραφή στον νέο Σύλλογο.
«Ένας ψυχολόγος μπορεί να έχει υποβάλει εγκαίρως όλα τα δικαιολογητικά του και η εγγραφή του να καθυστερεί για λόγους που αφορούν τον ίδιο τον Σύλλογο. Γιατί να κινδυνεύει αυτός ο άνθρωπος να σταματήσει να εργάζεται εξαιτίας μιας διοικητικής καθυστέρησης;», ανέφερε.
Ζήτησε ρητή πρόβλεψη ότι η εμπρόθεσμη και πλήρης αίτηση θα προστατεύει τον επαγγελματία μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας, καθώς η διακοπή της εργασίας του επηρεάζει άμεσα και τους ανθρώπους που παρακολουθεί θεραπευτικά.
Στη συνέχεια έστρεψε την προσοχή της στο Εθνικό Παρατηρητήριο Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας, του οποίου τα μέλη θα ορίζει επίσης ο Υπουργός.
Η κ. Κουρουπάκη ζήτησε συγκεκριμένα κριτήρια για τη σύνθεση του Παρατηρητηρίου, την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων και την κλινική εποπτεία των επαγγελματιών.
«Όταν ένας γονιός απευθύνεται σε κάποιον για την ψυχοθεραπεία του παιδιού του, πρέπει να γνωρίζει ότι ο άνθρωπος αυτός έχει την κατάλληλη επιστημονική και κλινική εκπαίδευση», τόνισε.
Υπογράμμισε ακόμη ότι η κατάρτιση πρέπει να παρέχεται και μέσα από δημόσιους φορείς, ώστε ένας νέος επιστήμονας να μη χρειάζεται να δαπανήσει υπέρογκα ποσά για να αποκτήσει την αναγκαία εξειδίκευση.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε και στην επεξεργασία στοιχείων για ακούσιες νοσηλείες και θεραπευτικά μέτρα στο πλαίσιο του Εθνικού Παρατηρητηρίου Ψυχιατροδικαστικής.
Ζήτησε να διευκρινιστεί εάν οι πληροφορίες θα είναι συγκεντρωτικές, σε ποιες περιπτώσεις θα είναι δυνατή η αναγνώριση προσώπων και ποιοι θα έχουν πρόσβαση.
«Μιλάμε για εξαιρετικά ευαίσθητες πληροφορίες ανθρώπων που έχουν ανάγκη από ιδιαίτερη προστασία», ανέφερε.
Το πιο σκληρό σημείο της παρέμβασής της αφορούσε το άρθρο 71 και την ιατρική κάλυψη στις ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές.
Η διάταξη προβλέπει έναν εφημερεύοντα ιατρό ανά 160 κλίνες, όταν σε άλλη πρόβλεψη αναφέρεται αναλογία ενός ειδικευόμενου εφημερεύοντος ανά 50 κλίνες.
«Με ποια επιστημονική εισήγηση καταλήξατε σε αυτή την ειδική αναλογία;», ρώτησε ευθέως τον Υπουργό, ζητώντας να κατατεθεί στην Επιτροπή η πλήρης τεκμηρίωση.
«Οι ψυχιατρικοί ασθενείς μπορεί να χρειαστούν άμεση αντιμετώπιση σοβαρών κρίσεων ή άλλων επειγόντων περιστατικών. Θέλουμε να γνωρίζουμε με ποια δεδομένα καθορίστηκε η ελάχιστη ιατρική κάλυψη ανθρώπων που νοσηλεύονται σε αυτές τις κλινικές», υπογράμμισε.
Η κ. Κουρουπάκη στάθηκε ακόμη στο άρθρο 50 για το Γενικό Νοσοκομείο Θήρας, όπου αφαιρείται η ρητή απαγόρευση απόσχισης του νοσοκομείου ως επιχειρηματικού κλάδου ή δραστηριότητας.
Ζήτησε συγκεκριμένη εξήγηση για την οργανωτική δυνατότητα που επιδιώκει να δημιουργήσει η κυβέρνηση, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για νοσοκομείο νησιού με εξαιρετικά αυξημένες ανάγκες περίθαλψης.
Αιχμές άφησε και για το άρθρο 74, το οποίο αφορά την εξόφληση οφειλών του ΕΟΠΥΥ προς στρατιωτικά νοσοκομεία έως 48,6 εκατ. ευρώ με διαδικασία πρόχειρου λογιστικού ελέγχου.
«Οι πραγματικές οφειλές πρέπει να πληρωθούν. Για ένα τέτοιο ποσό θέλουμε να γνωρίζουμε πώς προέκυψε, ποια δικαιολογητικά θα εξετάζονται και ποια ποσά έχουν ήδη ελεγχθεί», σημείωσε.
Κλείνοντας, η βουλευτής της ΝΙΚΗΣ ξεκαθάρισε ότι το νομοσχέδιο παραμένει γεμάτο ουσιαστικές εκκρεμότητες.
«Η ψυχική υγεία των Ελλήνων και η προστασία των ασθενών απαιτούν σοβαρούς κανόνες, επαρκές προσωπικό και αποφάσεις που στηρίζονται σε επιστημονικά δεδομένα», ανέφερε.
Και κατέληξε:
«Με τις εκκρεμότητες που εξακολουθούν να υπάρχουν, η ΝΙΚΗ δεν μπορεί να στηρίξει το νομοσχέδιο επί της αρχής».

