Στη Βουλή συζητήθηκε η επίκαιρη ερώτηση με αριθμό 541/14.2.2026 που κατέθεσε ο πρόεδρος της ΝΙΚΗΣ, Δημήτρης Νατσιός προς τον υπουργό Μετανάστευσης και Ασύλου, Θανάση Πλεύρη, με αντικείμενο την απόφαση του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου για την απέλαση του ελληνικής καταγωγής Βασίλη Ιωάννη Γιαϊλάλη.
Αντικείμενο της ερώτησης αποτέλεσε η απόφαση του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου για την απέλαση του Βασίλη Ιωάννη Γιαϊλάλη, ενός ανθρώπου ελληνικής καταγωγής από εξισλαμισμένη οικογένεια του μαρτυρικού Πόντου, ο οποίος, ύστερα από δημόσιες καταγγελίες κατά της Τουρκίας για τη γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, της Μικράς Ασίας και των Θρακιωτών, αλλά και για εγκλήματα κατά των Κούρδων, βρέθηκε στο στόχαστρο του τουρκικού κράτους, καταδικάστηκε, φυλακίστηκε και βασανίστηκε. Κυνηγημένος, κατέφυγε το 2019 στην Ελλάδα, όπου βαπτίστηκε Χριστιανός Ορθόδοξος, ζητώντας προστασία από τη χώρα που θεωρούσε –και θεωρεί– μητέρα πατρίδα.
Στην πρωτολογία του, ο κ. Νατσιός εξέφρασε την έντονη αγανάκτηση όχι μόνο του ίδιου αλλά και ευρύτερων στρωμάτων του ελληνικού λαού, υπογραμμίζοντας ότι ο Βασίλης Γιαϊλάλης «παραμένει επί επτά συναπτά έτη στην Ελλάδα χωρίς καθεστώς προστασίας, ουσιαστικά ”χωρίς χαρτιά”, ενώ εάν απελαθεί στην Τουρκία, θα αντιμετωπίσει πολυετείς καθείρξεις και φρικτά βασανιστήρια, γεγονός που, όπως τόνισε, ισοδυναμεί με καταδίκη σε θάνατο».
Υπενθύμισε τη γνωστή ιστορική ρήση ότι «η Ελλάς είναι πολύ μικρή χώρα για να διαπράξει τόσο μεγάλη ατιμία» και έθεσε το ζήτημα της κραυγαλέας αντίφασης: «την ίδια στιγμή που, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, μόνο το 2025 χορηγήθηκαν δεκάδες χιλιάδες αποφάσεις αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος και επικουρικής προστασίας σε παράνομους μετανάστες, ένας Χριστιανός Ορθόδοξος ποντιακής καταγωγής αφήνεται εκτεθειμένος σε βέβαιο διωγμό».
Ο Πρόεδρος της ΝΙΚΗΣ χαρακτήρισε μια ενδεχόμενη απέλαση ως «ιστορική ατίμωση για τη χώρα, προσβολή στη μνήμη των θυμάτων της Γενοκτονίας του Ποντιακού, Μικρασιατικού και Θρακικού Ελληνισμού και ευθεία υιοθέτηση του αφηγήματος του τουρκικού κράτους». Ζήτησε ευθέως από τον Υπουργό να εξαντλήσει κάθε δυνατό μέσο για τη χορήγηση επικουρικής προστασίας και την απονομή ελληνικής ιθαγένειας στον Βασίλη Γιαϊλάλη, επισημαίνοντας ότι διαφορετικά η πολιτεία θα φέρει βαρύτατη ηθική ευθύνη.
Απάντηση
Στην απάντησή του, ο κ. Πλεύρης επικαλέστηκε το θεσμικό πλαίσιο και τη διακριτότητα των σταδίων της διαδικασίας ασύλου, τονίζοντας ότι ο Υπουργός δεν δύναται να παρεμβαίνει στην κρίση του πρώτου βαθμού, ενώ δυνατότητα προσφυγής του Υπουργείου υφίσταται μόνο μετά την έκδοση απόφασης δευτέρου βαθμού. Δήλωσε ότι, αναλόγως της έκβασης της προσφυγής και του σκεπτικού της απόφασης, προτίθεται να μελετήσει τον φάκελο και να εξετάσει την άσκηση των δικαιωμάτων του Υπουργείου ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η αναφορά του Υπουργού στη λεγόμενη «ρήτρα αποκλεισμού» της Σύμβασης της Γενεύης, σύμφωνα με την οποία δεν μπορεί να χορηγηθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας σε πρόσωπο που έχει διαπράξει εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Όπως ανέφερε, η απορριπτική απόφαση του πρώτου βαθμού αποδέχεται τους ισχυρισμούς περί δίωξης από την Τουρκία, πλην όμως στηρίζεται σε αφηγηματικές καταθέσεις του ίδιου του αιτούντος σχετικά με πράξεις που φέρεται να έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας στις τουρκικές ειδικές δυνάμεις σε κουρδικές περιοχές.
Δευτερολογία
Στη δευτερολογία του, ο κ. Νατσιός αντέδρασε έντονα, επισημαίνοντας ότι τέτοιου είδους καταγγελίες, ακόμη και αν εμφανίζονται ως «αφηγηματικές», εξυπηρετούν αντικειμενικά την τουρκική προπαγάνδα και οδηγούν στην υιοθέτηση των ισχυρισμών ενός κράτους που συστηματικά ψεύδεται, αρνείται γενοκτονίες και δεν αναγνωρίζει τα εγκλήματά του. Τόνισε ότι είναι αδιανόητο να ζητείται από έναν άνθρωπο που διώκεται ακριβώς επειδή κατήγγειλε τις θηριωδίες του τουρκικού στρατού να αποδείξει ότι δεν υπήρξε θύτης, όταν η ίδια η ιστορία και η προσωπική του διαδρομή καταδεικνύουν ότι υπήρξε θύμα.
Ο Πρόεδρος της ΝΙΚΗΣ έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη βαθιά ιστορική και εθνική διάσταση της υπόθεσης, συνδέοντάς την με τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, της Μικράς Ασίας και του Θρακικού Ελληνισμού, αλλά και με τα εγκλήματα της Τουρκίας στην Κύπρο, τα οποία παραμένουν ατιμώρητα. Παρέθεσε ιστορικές μαρτυρίες για τη βαρβαρότητα του κεμαλικού καθεστώτος, υπενθυμίζοντας ότι ούτε τα ιερά οστά των Ελλήνων της Μικράς Ασίας δεν έγιναν σεβαστά, και κατήγγειλε ως προσβλητικές κάθε είδους αναφορές σε «παρακαταθήκες» του Κεμάλ.
Ιδιαίτερα συγκλονιστική ήταν η αναφορά στα λόγια του ίδιου του Βασίλη Γιαϊλάλη, ο οποίος έχει δηλώσει ότι εκείνο που τον πληγώνει περισσότερο είναι πως αισθάνεται ότι το ελληνικό κράτος επιχειρεί να «καταβροχθίσει το ίδιο του το παιδί», παρά το γεγονός ότι γνωρίζει τον αγώνα του για την ανακάλυψη της ελληνικής του καταγωγής, τις φυλακίσεις και τα βασανιστήρια που υπέστη στις τουρκικές φυλακές επειδή «μίλησε για τις σφαγές Ελλήνων, Αρμενίων, Ασσυρίων και Κούρδων».
Ο κ. Πλεύρης επανέλαβε ότι τα επίμαχα στοιχεία δεν προέρχονται από τις τουρκικές αρχές αλλά από τις ίδιες τις καταθέσεις του αιτούντος, υπογραμμίζοντας ότι ζητήματα όπως ο εμπρησμός χωριών, ο εκτοπισμός πληθυσμών και η κακομεταχείριση αιχμαλώτων οφείλουν να διερευνηθούν επαρκώς. Δήλωσε εκ νέου ότι, εφόσον στον δεύτερο βαθμό αποσαφηνιστεί πως δεν συντρέχουν πράξεις κατά της ανθρωπότητας, προτίθεται να εξετάσει σοβαρά την άσκηση προσφυγής από πλευράς Υπουργείου.
Για τη ΝΙΚΗ, η υπόθεση του Βασίλη Ιωάννη Γιαϊλάλη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως μια τυπική διοικητική διαδικασία, αλλά απαιτεί πλήρη θεσμική διερεύνηση με σεβασμό στο διεθνές δίκαιο, στην ιστορική αλήθεια και στις ιδιαίτερες συνθήκες που επικαλείται ο αιτών.
Η Πολιτεία οφείλει να εξαντλήσει όλα τα νόμιμα μέσα που διαθέτει, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι καμία απόφαση δεν θα οδηγήσει σε παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων ή σε έμμεση υιοθέτηση ισχυρισμών ή «διαταγές» τρίτων κρατών χωρίς πλήρη και τεκμηριωμένο έλεγχο.

