Το κυβερνητικό αφήγημα περί «τέλους του brain drain» καταρρέει από τα στοιχεία του ΟΟΣΑ.
Ο ίδιος ο πρωθυπουργός πανηγυρίζει για μια πρόσκαιρη αύξηση των επιστροφών, αλλά αποσιωπά τη μεγάλη εικόνα που δείχνει ότι από το 2011 μέχρι σήμερα, περίπου 30.000 νέοι εγκαταλείπουν κάθε χρόνο την Ελλάδα, αναζητώντας στο εξωτερικό αυτά που εδώ δεν μπορούν να βρουν: αξιοκρατία, αξιοπρεπείς αποδοχές, επαγγελματική εξέλιξη, ασφάλεια και προοπτική.
Αν πράγματι είχε αναστραφεί το brain drain, η Ελλάδα δεν θα συνέχιζε να βρίσκεται στις πρώτες θέσεις της Ευρώπης στη μετανάστευση επιστημόνων. Δεν θα μετρούσε περισσότερους από 800.000 Έλληνες εγκατεστημένους στις χώρες του ΟΟΣΑ, με περίπου 8.000 γιατρούς να υπηρετούν ξένα συστήματα υγείας και πάνω από 17.000 κατόχους διδακτορικού να προσφέρουν τη γνώση τους σε άλλες οικονομίες.
Οι επιστροφές του 2023 και του 2024 είναι ασφαλώς θετική αλλά και συγκυριακή εξέλιξη. Και δεν αρκούν κάποιες ευνοϊκές φορολογικές ρυθμίσεις να εξαφανίσουν τις αιτίες που εξακολουθούν να διώχνουν τους νέους από την πατρίδα τους. Όταν οι ίδιοι οι Έλληνες του εξωτερικού δηλώνουν ότι βασικά εμπόδια για την επιστροφή τους είναι οι χαμηλοί μισθοί, η έλλειψη αξιοκρατίας, η γραφειοκρατία και οι περιορισμένες ευκαιρίες, τότε είναι προφανές πως το πρόβλημα έχει βαθύτατες ρίζες.
Για τη ΝΙΚΗ, η απάντηση στο brain drain δεν είναι τα επικοινωνιακά τεχνάσματα. Απαιτείται ουσιαστική αύξηση των εισοδημάτων των νέων, ισχυρά κίνητρα για επιχειρηματικότητα και καινοτομία, επενδύσεις στην έρευνα και την παραγωγή, φορολογικές ελαφρύνσεις για όσους επιστρέφουν και δημιουργούν στην Ελλάδα, καθώς και πολιτικές στήριξης της οικογένειας και της περιφέρειας. Η Ελλάδα μπορεί να κρατήσει τα παιδιά της μόνο όταν τους προσφέρει προοπτική, δικαιοσύνη και τη βεβαιότητα ότι η επιτυχία θα είναι αποτέλεσμα της αξίας και της εργασίας τους, όχι των διασυνδέσεων.

