Σε μετωπική επίθεση κατά της κυβερνητικής πολιτικής για τη Δημόσια Διοίκηση προχώρησε από το βήμα της Βουλής ο βουλευτής Λαρίσης της ΝΙΚΗΣ Γεώργιος Ρούντας, κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου του Υπουργείου Εσωτερικών για τη βαθμολογική διάρθρωση, τις προαγωγές και την επιλογή προϊσταμένων στον δημόσιο τομέα.
Ο κ. Ρούντας έθεσε εξαρχής ζήτημα ποιότητας της νομοθέτησης, καταγγέλλοντας ότι ένα τόσο σοβαρό νομοσχέδιο τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση μέσα στον Αύγουστο, σε περίοδο θερινών διακοπών.
«Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι προσπαθήσατε να το θάψετε στην άμμο, στην καλοκαιρινή άμμο», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι παρά τις συνθήκες αυτές η κοινωνία, οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι επιστημονικοί φορείς κατέθεσαν περίπου 1.472 σχόλια, με παρατηρήσεις σε 72 από τα 126 άρθρα που τελικά οδηγήθηκαν προς ψήφιση.
Το βασικό ερώτημα, όπως τόνισε, είναι πόσες από αυτές τις επισημάνσεις έλαβε πραγματικά υπόψη η κυβέρνηση. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην προσθήκη νέων άρθρων μετά το τέλος της διαβούλευσης, μιλώντας για «νομοθετική φαυλότητα».
«Η ορθή νομοθέτηση για εσάς είναι γράμμα κενό. Έχετε φτάσει σε τέτοιο σημείο νομοθετικής φαυλότητας ώστε να παραβιάζετε ακόμη και αυτά που εσείς οι ίδιοι ψηφίζετε», είπε, υπενθυμίζοντας ότι οι αρχές της καλής νομοθέτησης περιλαμβάνονται στο ίδιο το θεσμικό πλαίσιο του λεγόμενου επιτελικού κράτους.
Στο επίκεντρο της κριτικής του βρέθηκε η πρώτη εφαρμογή του νέου συστήματος επιλογής προϊσταμένων. Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ επισήμανε ότι ενώ στο πάγιο σύστημα προβλέπεται δυνατότητα συμμετοχής με τρία έτη πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας και τον απαιτούμενο βαθμό, για την πρώτη εφαρμογή τίθενται πολύ αυστηρότερες προϋποθέσεις.
«Γιατί ένας υπάλληλος που στο πάγιο σύστημα θεωρείται ικανός με τρία χρόνια υπηρεσίας, στην πρώτη εφαρμογή αποκλείεται αυτομάτως εάν δεν έχει έξι ή δέκα χρόνια;», διερωτήθηκε.
Κατά τον κ. Ρούντα, η ρύθμιση αυτή πλήττει ευθέως τη νέα γενιά επιστημόνων που διορίστηκε στο Δημόσιο την περίοδο 2021-2026, έπειτα μάλιστα από μια μακρά περίοδο περιορισμένων διορισμών. Παράλληλα δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα για υπαλλήλους που επένδυσαν στις σπουδές τους και μετατάχθηκαν σε ανώτερη εκπαιδευτική κατηγορία.
«Είναι σαν να τιμωρείτε την επιθυμία του εργαζομένου για μάθηση, την προσπάθειά του να γίνει καλύτερος και να εξελιχθεί», σημείωσε.
Η σοβαρότητα του αποκλεισμού γίνεται ακόμη μεγαλύτερη, καθώς η γραπτή εξέταση του ΑΣΕΠ προβλέπεται να διενεργείται ανά τετραετία. Αυτό σημαίνει, σύμφωνα με τον βουλευτή Λαρίσης, ότι ένας δημόσιος υπάλληλος που μένει σήμερα εκτός μπορεί να χάσει έναν ολόκληρο κύκλο υπηρεσιακής εξέλιξης μέχρι το 2030 ή το 2031.
Ο κ. Ρούντας συνέδεσε το ζήτημα και με το δημογραφικό, θέτοντας το οικονομικό αδιέξοδο των νέων ανθρώπων στο κέντρο της συζήτησης.
«Πώς πιστεύετε ότι ο Έλληνας θα μπορέσει να κάνει οικογένεια και να τεκνοποιήσει, εάν δεν έχει καλύτερη εργασία και μεγαλύτερη οικονομική δυνατότητα;», ανέφερε.
Ιδιαίτερα σκληρή ήταν η κριτική του και για τη βαρύτητα που αποκτά η γραπτή εξέταση του ΑΣΕΠ, η οποία μπορεί να καθορίζει έως και το 50% της συνολικής βαθμολογίας για την επιλογή διευθυντών και τμηματαρχών.
Ο βουλευτής ξεκαθάρισε ότι η ΝΙΚΗ δεν απορρίπτει τη γραπτή εξέταση, θεωρεί όμως αδικαιολόγητη τη μετατροπή της σε καθοριστικό κριτήριο σε βάρος της επιστημονικής κατάρτισης, της εμπειρίας και των πραγματικών διοικητικών ικανοτήτων.
«Ένας υπάλληλος με ένα διδακτορικό, δύο μεταπτυχιακά, αποφοίτηση από την ΕΣΔΔΑ και δεκαπέντε χρόνια εξειδικευμένης εμπειρίας μπορεί να εξισωθεί ή να προσπεραστεί από κάποιον που απλώς έγραψε καλύτερα σε ένα τεστ πολλαπλών επιλογών μιας ημέρας», υπογράμμισε.
Ταυτόχρονα, μεταπτυχιακά, διδακτορικά, ξένες γλώσσες και αποφοίτηση από την ΕΣΔΔΑ περιορίζονται, όπως ανέφερε, σε ποσοστά της τάξης μόλις του 5% ή 10% ανάλογα με τη θέση.
Για τον Γεώργιο Ρούντα, το αποτέλεσμα είναι προβλέψιμο: δημιουργούνται οι συνθήκες για «μια νέα παραπαιδεία προϊσταμένων», με φροντιστήρια, προγνωστικά, τράπεζες θεμάτων και ιδιωτική προετοιμασία για εξετάσεις που θα καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την υπηρεσιακή πορεία χιλιάδων ανθρώπων.
«Δεν θα αξιολογείται σωστά η διοικητική ικανότητα, η ηγεσία και η δυνατότητα ενός ανθρώπου να δίνει λύσεις σε σύνθετα προβλήματα. Θα εκτραφεί μια λογική ιδιωτικών φροντιστηρίων για την προετοιμασία στις εξετάσεις του ΑΣΕΠ», προειδοποίησε.
Η πολιτική αιχμή της τοποθέτησής του κορυφώθηκε στο ζήτημα της τελικής επιλογής των στελεχών. Όπως τόνισε, η κυβέρνηση επικαλείται συνεχώς την αξιοκρατία, αφήνει όμως στον υπουργό ή στο ανώτατο όργανο διοίκησης τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ των επικρατέστερων υποψηφίων.
«Αφού λέτε ότι είστε υπέρ της αξιοκρατίας, γιατί δεν θεσπίζετε την υποχρεωτική τοποθέτηση του πρώτου στη σειρά κατάταξης;», ρώτησε.
Και συνέχισε ακόμη πιο αιχμηρά λέγοντας:
«Αφού κάνετε εξετάσεις και βάζετε μόρια, γιατί στο τέλος επιτρέπετε να επικρέμαται το πολιτικό χέρι πάνω από την τελική απόφαση;»
Ο βουλευτής Λαρίσης υποστήριξε ότι αυτή ακριβώς η πρόβλεψη αποκαλύπτει την πραγματική πολιτική λογική του συστήματος.
«Θέλετε να επιλέξετε τα δικά σας γαλάζια παιδιά, να δημιουργήσετε τον δικό σας κομματικό γαλάζιο στρατό. Θεωρείτε την Πολιτεία τσιφλίκι σας, προέκταση του κομματικού σας συμφέροντος και της δικής σας ολιγαρχίας του κ. Μητσοτάκη», ανέφερε.
Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξε και τη μοριοδότηση προηγούμενης άσκησης καθηκόντων ευθύνης χωρίς επαρκή διάκριση ως προς τον τρόπο με τον οποίο ένας υπάλληλος τοποθετήθηκε παλαιότερα στη θέση αυτή.
Κατά τον κ. Ρούντα, με αυτόν τον τρόπο η κυβέρνηση κινδυνεύει να νομιμοποιήσει παλαιότερες κομματικές και προσωρινές αναθέσεις, προσφέροντάς τους σήμερα σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα.
«Νομιμοποιείτε την αναξιοκρατία των προηγούμενων ετών, τις κομματικές αναθέσεις χωρίς κρίσεις, και τους φοράτε έναν θεσμικό μανδύα νομιμότητας για να ξαναβάλετε στις ίδιες θέσεις τους ίδιους προϊσταμένους που εσείς τοποθετήσατε», κατήγγειλε.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο άρθρο 99, όπου προβλέπεται ειδική μοριοδότηση επιτελικής εμπειρίας για υπαλλήλους της Γενικής Γραμματείας Συντονισμού της Προεδρίας της Κυβέρνησης.
«Γιατί αυτοί οι υπάλληλοι να παίρνουν περισσότερα μόρια έναντι υπαλλήλων υπουργείων, περιφερειών ή ανεξάρτητων αρχών; Προφανώς υπάρχει πολιτική σκοπιμότητα. Πρόκειται για φωτογραφική διάταξη», ανέφερε.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ στάθηκε επίσης στις αποδοχές των νέων επιστημόνων στο Δημόσιο, χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα τον εισαγωγικό μισθό διπλωματούχου μηχανικού, περίπου 1.192 ευρώ μεικτά.
«Θεωρείτε ότι αρκεί μια ποσόστωση για να προσελκύσει νέους επιστήμονες; Το πρόβλημα είναι συνολικά οι εξευτελιστικοί μισθοί που δίνονται», τόνισε, επισημαίνοντας ότι ένας νέος μηχανικός ή επιστήμονας έχει ισχυρό οικονομικό κίνητρο να κατευθυνθεί στον ιδιωτικό τομέα ή στο εξωτερικό.
Κλείνοντας, ο Γεώργιος Ρούντας συμπύκνωσε την κριτική της ΝΙΚΗΣ σε μια ιδιαίτερα σκληρή αποτίμηση του νομοσχεδίου:
«Το νομοσχέδιο δεν μεταρρυθμίζει τη Δημόσια Διοίκηση. Την τιμωρεί και την κομματικοποιεί. Δημιουργεί περισσότερα προβλήματα στους νέους επιστήμονες, τιμωρεί όσους σπούδασαν και μετατάχθηκαν, ισοπεδώνει τους τίτλους σπουδών και κρατά το κομματικό κλειδί της τελικής επιλογής στα γραφεία των υπουργών».
Η ΝΙΚΗ, όπως ανακοίνωσε ο βουλευτής Λαρίσης, θα καταψηφίσει το νομοσχέδιο.

