Με μια σκληρή πολιτική και θεσμική αποδόμηση των κυβερνητικών σχεδιασμών για την Τοπική Αυτοδιοίκηση και τη δημόσια διοίκηση ολοκλήρωσε την παρουσία του στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος ο βουλευτής Αχαΐας της ΝΙΚΗΣ, Γεώργιος Ρούντας.
Στο επίκεντρο της ομιλίας του βρέθηκαν τα άρθρα 102 και 103 του Συντάγματος, τα οποία κατοχυρώνουν, αντιστοίχως, τη διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων.
Ο Γεώργιος Ρούντας υπενθύμισε ότι το άρθρο 102 αποτελεί βασική συνταγματική εγγύηση για την ανεξαρτησία των δήμων και των περιφερειών, καθώς προβλέπει ότι η διοίκηση των τοπικών υποθέσεων ανήκει στους ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού.
Στις αρμοδιότητες αυτές περιλαμβάνονται κρίσιμες καθημερινές υπηρεσίες, όπως ο φωτισμός, η καθαριότητα και η διαχείριση των τοπικών ζητημάτων, ενώ το κράτος περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας και δεν μπορεί να επιβάλλει έλεγχο σκοπιμότητας στις αποφάσεις τους.
Παράλληλα, το Σύνταγμα επιβάλλει στο κεντρικό κράτος να εξασφαλίζει στους ΟΤΑ τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους, ώστε να μπορούν να ασκούν αποτελεσματικά τις αρμοδιότητες που τους ανατίθενται.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ αναφέρθηκε στην ιστορική διαδρομή της διάταξης, η οποία εντάχθηκε στο Σύνταγμα του 1975 και ενισχύθηκε σημαντικά με την αναθεώρηση του 2001, κατοχυρώνοντας τη δημοκρατική νομιμοποίηση, τη διοικητική ανεξαρτησία και την οικονομική αυτοτέλεια της Αυτοδιοίκησης.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην προωθούμενη ηλεκτρονική ψηφοφορία, προειδοποιώντας ότι στο πλαίσιο μιας σταδιακής μετάβασης προς την αποκαλούμενη ηλεκτρονική δημοκρατία δημιουργούνται σοβαροί κίνδυνοι για την αξιοπιστία και τη δημοκρατική νομιμοποίηση των εκλογικών διαδικασιών.
«Υπάρχουν μεγάλοι κίνδυνοι, οι οποίοι θέτουν, κατά τη γνώμη μας, εν αμφιβόλω συνολικά τη δημοκρατική νομιμοποίηση και, εν προκειμένω, την εκλογή των οργάνων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης», τόνισε.
Ο Γεώργιος Ρούντας επισήμανε ότι ο πυρήνας του άρθρου 102 είναι η αποτροπή της υπερβολικής συγκέντρωσης εξουσίας στο κεντρικό κράτος και η διασφάλιση ότι οι αποφάσεις για τις τοπικές κοινωνίες λαμβάνονται από αιρετά όργανα που λογοδοτούν στους πολίτες.
Αναφερόμενος στην κυβερνητική πρόταση για κατοχύρωση έως δύο βαθμών Αυτοδιοίκησης, δυνατότητα επιβολής τοπικών φόρων και τελών, υποχρεωτική δημόσια διαβούλευση και δημοσιονομική ισορροπία, αμφισβήτησε ευθέως τις κυβερνητικές διακηρύξεις περί οικονομικής αποκέντρωσης.
«Είναι όντως έτσι ή μήπως ελλοχεύουν κίνδυνοι, οι οποίοι τελικά, μέσα από αυτή την πρόταση, θα δυσχεράνουν το έργο των ΟΤΑ;», διερωτήθηκε.
Σύμφωνα με τον βουλευτή της ΝΙΚΗΣ, η δυνατότητα επιβολής τοπικών φόρων μπορεί να εξελιχθεί σε μηχανισμό πρόσθετης φορολογικής επιβάρυνσης των πολιτών, ενώ το κράτος θα μπορεί να περιορίζει τις επιχορηγήσεις με το επιχείρημα ότι οι δήμοι διαθέτουν πλέον δικά τους φορολογικά εργαλεία.
Την ίδια στιγμή, οι οικονομικές ανισότητες μεταξύ των δήμων κινδυνεύουν να γίνουν βαθύτερες. Οι εύπορες περιοχές διαθέτουν μεγαλύτερη φορολογική βάση, περισσότερες επιχειρήσεις, υψηλότερα εισοδήματα και ακίνητη περιουσία μεγαλύτερης αξίας. Οι φτωχότεροι και απομακρυσμένοι δήμοι θα βρεθούν αντιμέτωποι με μειωμένα έσοδα και αυξημένες ανάγκες.
«Στο τέλος φαίνεται ότι οι ΟΤΑ μετατρέπονται σε φορείς-πράκτορες και σε φοροεισπράκτορες», υπογράμμισε ο Γεώργιος Ρούντας, ξεκαθαρίζοντας ότι η οικονομική αυτοτέλεια δεν μπορεί να ταυτίζεται αποκλειστικά με το δικαίωμα επιβολής φόρων.
Η ΝΙΚΗ ζητά σταθερή κρατική χρηματοδότηση, αντικειμενικά κριτήρια κατανομής των πόρων και πλήρη μεταφορά των αναγκαίων κονδυλίων μαζί με κάθε νέα αρμοδιότητα.
«Η θεωρητική φορολογική αυτονομία πρέπει να συνοδεύεται από επαρκή και σταθερή κρατική χρηματοδότηση, ώστε να μην καταλήξουν οι ΟΤΑ φοροεισπράκτορες και να μην επιβαρυνθούν ακόμη περισσότερο οι Έλληνες πολίτες», ανέφερε.
Περνώντας στο άρθρο 103, ο βουλευτής Αχαΐας το χαρακτήρισε ένα από τα σημαντικότερα και ιστορικότερα άρθρα για τη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, καθώς θεμελιώνει τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων και τους προστατεύει από τις αυθαιρεσίες της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας.
Η συγκεκριμένη εγγύηση θεσπίστηκε για να αποτρέψει τις μαζικές απολύσεις εργαζομένων και την αντικατάστασή τους από κομματικούς φίλους, πολιτικούς πελάτες και ανθρώπους με ισχυρές διασυνδέσεις.
«Αυτό είναι το λεγόμενο κομματικό ή πελατειακό σύστημα του δυναστικού κράτους, το οποίο, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, επιβιώνει και σήμερα, καταργώντας κάθε έννοια αξιοκρατίας και αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης», σημείωσε.
Υπενθύμισε ότι η πρώτη συνταγματική κατοχύρωση της μονιμότητας έγινε με την αναθεώρηση του 1911, ενώ αντίστοιχες προβλέψεις περιλήφθηκαν στα Συντάγματα του 1927, του 1952 και του 1975.
Βασικός στόχος ήταν η δημιουργία μιας δημόσιας διοίκησης αντικειμενικής, αποδοτικής, αμερόληπτης και ανεξάρτητης, η οποία θα υπηρετεί το κράτος και τον λαό και όχι την εκάστοτε κυβέρνηση.
Ο κ. Ρούντας ξεκαθάρισε ότι η μονιμότητα δεν σημαίνει ασυλία. Το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο προβλέπει αξιολόγηση, πειθαρχικό έλεγχο, αργία, οριστική παύση, υπηρεσιακά συμβούλια και δικαίωμα προσφυγής.
«Η μονιμότητα δεν αποκλείει τη λογοδοσία ούτε την αξιολόγηση. Διασφαλίζει ότι ένας δημόσιος υπάλληλος δεν μπορεί να απολυθεί επειδή το επιθυμεί η εκάστοτε κυβέρνηση», τόνισε.
Έθεσε, συνεπώς, το κεντρικό ερώτημα για το πραγματικό κίνητρο της αναθεώρησης. Εφόσον η κυβέρνηση επιδιώκει αξιολόγηση και απομάκρυνση των πραγματικά ακατάλληλων υπαλλήλων, οι σχετικοί μηχανισμοί υπάρχουν ήδη και μπορούν να βελτιωθούν με κοινή νομοθεσία.
«Δεν υφίσταται απολύτως καμία ανάγκη αναθεώρησης του συγκεκριμένου άρθρου», δήλωσε, καταγγέλλοντας ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει ως θεσμική μεταρρύθμιση μια επικίνδυνη αποδυνάμωση των συνταγματικών εγγυήσεων.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ εξαπέλυσε ευθεία επίθεση στην κυβερνητική αξιοπιστία, κάνοντας λόγο για πολιτικές μεθοδεύσεις, αμφίσημες νομικές ερμηνείες και διαρκή παράκαμψη της ουσίας των διατάξεων.
«Είστε μια κυβέρνηση η οποία δεν εμπνέει καμία εμπιστοσύνη. Φροντίζετε για την εξωτερική νομιμότητα των πραγμάτων μέσα από διφορούμενες νομικές ερμηνείες, παρακάμπτοντας την ουσία των διατάξεων και παραβιάζοντας το κράτος δικαίου», ανέφερε.
Καταλήγοντας, προειδοποίησε ότι πίσω από τις αναφορές περί αντικειμενικής και αμερόληπτης αξιολόγησης μπορεί να κρύβεται η πρόθεση κατάργησης της μονιμότητας και η επαναφορά των κομματικών διώξεων.
«Οι αναφορές σας περί αξιολόγησης στη βάση της αμεροληψίας και της ουδετερότητας είναι νομικά πυροτεχνήματα. Το ζητούμενο είναι να απομακρύνονται οι πραγματικά ακατάλληλοι και επικίνδυνοι υπάλληλοι και να παραμένουν όσοι διαθέτουν τις ικανότητες και το δικαιούνται. Δεν θα δεχθούμε μια συγκαλυμμένη κυβερνητική προσπάθεια αντικατάστασης του προσωπικού από τα δικά της παιδιά και τα παιδιά της εκάστοτε κυβέρνησης».

