Σφοδρή κριτική στην οικονομική διαχείριση της κυβέρνησης άσκησε από το βήμα της Ολομέλειας ο βουλευτής Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών της ΝΙΚΗΣ, Ανδρέας Βορύλλας, κατά τη συζήτηση για την κύρωση του Απολογισμού και του Ισολογισμού του οικονομικού έτους 2024, φέρνοντας στο προσκήνιο σειρά σοβαρών ευρημάτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τη δημόσια περιουσία, τις απαιτήσεις του Δημοσίου, τις κρατικές εγγυήσεις, τις δημόσιες συμβάσεις και την πορεία του Ταμείου Ανάκαμψης.
Ο κ. Βορύλλας ξεκίνησε από την κοινωνική πραγματικότητα, επισημαίνοντας ότι η σημερινή μαθητική κινητοποίηση στέλνει ένα μήνυμα που η κυβέρνηση οφείλει να ακούσει. «Η νέα γενιά απαιτεί μέλλον με αξιοπρέπεια, ασφάλεια και πραγματικές ευκαιρίες για όλους», τόνισε, συνδέοντας την ακρίβεια, τη φτωχοποίηση και το δυσβάσταχτο κόστος στέγασης και ενέργειας με τη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων.
«Όταν οι οικογένειες δυσκολεύονται να καλύψουν τα στοιχειώδη, οι κυβερνητικές διακηρύξεις περί ευημερίας ακούγονται προκλητικές», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Περνώντας στον Απολογισμό του 2024, ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ ξεκαθάρισε ότι η συζήτηση αφορά την πραγματική λογοδοσία για τα χρήματα των Ελλήνων φορολογουμένων.
«Κάθε ευρώ που εισπράττει το Δημόσιο προέρχεται από την εργασία και την προσπάθεια πολιτών που δικαιούνται πλήρη λογοδοσία», υπογράμμισε.
Ο Ανδρέας Βορύλλας στάθηκε αρχικά στη δημόσια περιουσία, επισημαίνοντας ότι η αξία ακινήτων, υποδομών, δημόσιων εκτάσεων και άλλων παγίων εξακολουθεί να μην αποτυπώνεται ολοκληρωμένα στις χρηματοοικονομικές καταστάσεις του κράτους.
«Με απλά λόγια, με βάση τον ισολογισμό, το κράτος μας δεν έχει καθόλου ακίνητη περιουσία. Το σχετικό κονδύλι είναι μηδέν», σημείωσε.
Η έλλειψη ολοκληρωμένης απογραφής, όπως εξήγησε, επηρεάζει την πραγματική εικόνα της κρατικής περιουσίας και δυσχεραίνει την προστασία και αξιοποίησή της. «Χρειαζόμαστε σαφή εικόνα των δικαιωμάτων του Δημοσίου, των χρήσεων και των βαρών κάθε ακινήτου, ώστε οι αποφάσεις διαχείρισης να ελέγχονται», τόνισε.
Εξίσου αποκαλυπτικά χαρακτήρισε τα στοιχεία για τις απαιτήσεις του Δημοσίου. Από απαιτήσεις ύψους 121,71 δισ. ευρώ, ως εισπράξιμα εμφανίζονται μόλις περίπου 5,08 δισ. ευρώ, έπειτα από απομειώσεις που ξεπερνούν τα 116 δισ. ευρώ.
Ο βουλευτής υπογράμμισε ότι το στοιχείο αυτό καταγράφει ένα τεράστιο χάσμα ανάμεσα στις ονομαστικές απαιτήσεις του κράτους και στην πραγματική δυνατότητα είσπραξής τους.
«Ένα κράτος που πιέζει τον πολίτη να είναι συνεπής οφείλει να διαθέτει το ίδιο ακριβείς λογαριασμούς», ανέφερε, ζητώντας ξεκαθάρισμα των πραγματικά εισπράξιμων απαιτήσεων και διαγραφή όσων έχουν καταστεί οριστικά ανεπίδεκτες είσπραξης.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην Αττική Οδό, όπου, σύμφωνα με την έκθεση, δεν είχε καταχωριστεί απαίτηση ύψους 784 εκατ. ευρώ, η οποία αφορούσε ανείσπρακτο υπόλοιπο του εφάπαξ τιμήματος στο τέλος του 2024.
Ο κ. Βορύλλας ξεκαθάρισε ότι το εύρημα αφορά τη λογιστική απεικόνιση και ανέδειξε την ευθύνη της διοίκησης να καταγράφει εγκαίρως και με ακρίβεια τα δικαιώματα του Δημοσίου.
Στο ίδιο πλαίσιο αναφέρθηκε σε σφάλματα στην αποτίμηση κρατικών συμμετοχών, σε μη αναγνωρισμένες δαπάνες στρατιωτικών νοσοκομείων και υπηρεσιών υπουργείων και στην αύξηση των απλήρωτων και ληξιπρόθεσμων οφειλών της κεντρικής διοίκησης.
«Η οικονομική υποχρέωση πρέπει να εμφανίζεται όταν δημιουργείται και όχι όταν απλώς πληρώνεται», τόνισε.
Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν για το πρόγραμμα «Ηρακλής», στο οποίο οι κρατικές εγγυήσεις ανέρχονταν στα 17,33 δισ. ευρώ στο τέλος του 2024. Όπως ανέφερε, οι συνολικές ανακτήσεις από το 2020 έως το 2024 υπολείπονταν των προβλέψεων των διαχειριστών κατά 24,09%, ενώ επτά από τις δεκαεννέα τιτλοποιήσεις εμφάνιζαν αποκλίσεις άνω του 20%.
«Η εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών πρέπει να συνοδεύεται από πλήρη ενημέρωση για την έκθεση του φορολογουμένου», υπογράμμισε, ζητώντας συστηματική αξιολόγηση του κινδύνου και ουσιαστική εποπτεία των servicers.
Ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα έδωσε και στην υπόθεση «Αττικός Ήλιος», όπου, όπως ανέφερε, υφίστανται διαιτητικές αποφάσεις για επιδικασθέντα ποσά περίπου 573 εκατ. ευρώ, χωρίς τους αναλογούντες τόκους.
«Η υπόθεση της Αττικός Ήλιος εκθέτει σοβαρά την κυβέρνηση», δήλωσε, επισημαίνοντας ότι η παρατεταμένη οικονομική εκκρεμότητα αυξάνει το κόστος.
«Το Δημόσιο απαιτεί από τους πολίτες σεβασμό στη Δικαιοσύνη. Οι εταιρείες του οφείλουν να αντιμετωπίζουν με την ίδια συνέπεια τις εκτελεστές δικαστικές αποφάσεις», τόνισε.
Και έθεσε το κρίσιμο ερώτημα: «Ποιος λογοδοτεί για αυτή την επιβάρυνση; Πώς ζητάτε από έναν επενδυτή να εμπιστευτεί το ελληνικό κράτος όταν ακόμη και η δικαστική δικαίωση δεν εξασφαλίζει έγκαιρη ικανοποίηση των απαιτήσεών του;»
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ αναφέρθηκε και στον ΟΠΕΚΕΠΕ, ζητώντας να αποσαφηνιστούν οι δημοσιονομικές συνέπειες από τον αποκλεισμό δαπανών ύψους 415,05 εκατ. ευρώ από ενωσιακή χρηματοδότηση και να διασφαλιστεί ότι το κόστος των διοικητικών αστοχιών δεν θα μεταφερθεί στους έντιμους αγρότες.
Στο πεδίο των δημόσιων συμβάσεων, τα στοιχεία που παρουσίασε ήταν επίσης ιδιαίτερα επιβαρυντικά. Μία μόνο προσφορά καταγράφηκε στο 43% των συμβάσεων που ανατέθηκαν μετά από διαγωνισμό και στο 61% όσων συνάφθηκαν με απευθείας ανάθεση ή διαπραγμάτευση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση.
«Αυτά τα ποσοστά δείχνουν περιορισμένο ανταγωνισμό και επιβάλλουν έλεγχο των όρων και των διαδικασιών ανάθεσης», υπογράμμισε.
Για το Ταμείο Ανάκαμψης, ο Ανδρέας Βορύλλας επισήμανε ότι, ενώ η απορρόφηση των αιτήσεων πιστώσεων του 2024 πλησίασε το 94%, οι σωρευτικές πληρωμές για τα 792 ενταγμένα έργα, συνολικού προϋπολογισμού 25,28 δισ. ευρώ, αντιστοιχούσαν στο τέλος του έτους σε μόλις 34,17%.
Ζήτησε αναλυτική ενημέρωση για την πραγματική πρόοδο κάθε έργου, τις καθυστερήσεις, τις εκκρεμότητες και τις διορθωτικές ενέργειες.
«Η επιτυχία του προγράμματος κρίνεται από τις υποδομές και τις υπηρεσίες που παραδίδονται στους πολίτες», σημείωσε.
Κλείνοντας, ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ απαίτησε δεσμευτικό σχέδιο αντιμετώπισης των ευρημάτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με υπεύθυνη υπηρεσία και συγκεκριμένη προθεσμία για κάθε διορθωτική ενέργεια.
«Η κυβέρνηση δεν μπορεί να επικαλείται δημοσιονομική πειθαρχία απέναντι στους πολίτες και να αφήνει αναπάντητες τις αδυναμίες της δικής της διαχείρισης, οι οποίες καταγράφονται κάθε χρόνο στις εκθέσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου», υπογράμμισε.
Με αυτή τη θέση, η ΝΙΚΗ καταψήφισε την κύρωση του Απολογισμού και του Ισολογισμού του 2024, καταγγέλλοντας μία κρατική οικονομική διαχείριση με επαναλαμβανόμενα κενά, αδύναμη λογοδοσία και σοβαρές εκκρεμότητες που τελικά επιβαρύνουν τον ελληνικό λαό.

