Την ανάγκη ο Ευρωπαϊκός Πυλώνας Κοινωνικών Δικαιωμάτων να αποκτήσει ουσιαστικό και δεσμευτικό περιεχόμενο, με στόχο την πραγματική προστασία των εργαζομένων, ανέδειξε ο Ευρωβουλευτής της ΝΙΚΗΣ, Νίκος Αναδιώτης, κατά την παρέμβασή του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για το καθεστώς των αναπληρωτών εκπαιδευτικών. Ο κ. Αναδιώτης επισήμανε ότι οι ευρωπαϊκές διακηρύξεις περί κοινωνικής δικαιοσύνης οφείλουν να ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες των κοινωνιών και να μην παραμένουν σε επίπεδο γενικών διακηρύξεων, χωρίς πρακτικό αντίκρισμα για τους εργαζομένους και τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.
Ο Νίκος Αναδιώτης έθεσε εξαρχής το κρίσιμο ερώτημα: αν οι ευρωπαϊκές πολιτικές ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες των κοινωνιών ή αν υπηρετούν πρωτίστως ισχυρά οικονομικά και θεσμικά συμφέροντα. Υπενθύμισε ότι για τον ελληνικό πολιτισμό η κοινωνική μέριμνα είναι μια βαθιά ριζωμένη αξία, που εκτείνεται από την αρχαία ελληνική αντίληψη του κοινού καλού έως τη βυζαντινή παράδοση του κοινοτικού πνεύματος και της προστασίας των αδυνάτων. Σε αυτό το αξιακό υπόβαθρο, όπως τόνισε, «οφείλει να στηρίζεται κάθε σοβαρή ευρωπαϊκή πολιτική που επικαλείται την κοινωνική συνοχή».
Αντίθετα, η σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με τον Ευρωβουλευτή της ΝΙΚΗΣ, «λειτουργεί ως Ευρώπη πολλών ταχυτήτων, όπου το δίκαιο δεν απονέμεται ισότιμα, αλλά συχνά διαμορφώνεται από τους ισχυρούς και τα οργανωμένα συμφέροντα». Χώρες όπως η Ελλάδα υφίστανται τις συνέπειες αυτής της ανισορροπίας, με δημογραφική κατάρρευση, υψηλή ανεργία, χαμηλούς μισθούς και εξοντωτικό κόστος ζωής. Σε αυτό το περιβάλλον, βασικά κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα υπονομεύονται συστηματικά, οδηγώντας σε βαθιά κοινωνική αδικία.
Ως χαρακτηριστικό και αποκαλυπτικό παράδειγμα, ο Νίκος Αναδιώτης ανέδειξε την περίπτωση των αναπληρωτών εκπαιδευτικών στην Ελλάδα. Πρόκειται για εργαζομένους που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της δημόσιας εκπαίδευσης, αλλά αντιμετωπίζονται θεσμικά ως προσωρινοί και αναλώσιμοι. Οι αναπληρωτές εκπαιδευτικοί στερούνται στοιχειωδών εργασιακών δικαιωμάτων, όπως αναρρωτικές και εκπαιδευτικές άδειες με αποδοχές, άδειες επαπειλούμενης κύησης, άδειες ανατροφής τέκνου, καθώς και ουσιαστική μισθολογική εξέλιξη. Αποτέλεσμα αυτού είναι η μόνιμη εργασιακή επισφάλεια, η υπονόμευση της οικογενειακής ζωής και η απαξίωση του ίδιου του λειτουργήματος της εκπαίδευσης.
Η κατάσταση αυτή, όπως υπογράμμισε, αποτελεί πολιτική επιλογή. Όταν η εργασία αντιμετωπίζεται αποκλειστικά με όρους κόστους και όχι ως κοινωνικό θεμέλιο, τότε η Ευρώπη απομακρύνεται από τις αξίες που επικαλείται. Για τη ΝΙΚΗ, ο εργαζόμενος δεν είναι αριθμός, αλλά πρόσωπο, με δικαιώματα, οικογένεια και πνευματική υπόσταση. Και η οικογένεια, ως κύτταρο της κοινωνίας, δεν μπορεί να επιβιώνει σε συνθήκες μόνιμης ανασφάλειας και θεσμικής αδικίας.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Ευρωβουλευτής της ΝΙΚΗΣ ζήτησε έναν Ευρωπαϊκό Πυλώνα Κοινωνικών Δικαιωμάτων με πραγματικό περιεχόμενο και δεσμευτικό σχέδιο δράσης, που να στοχεύει στην άρση των κοινωνικών αδικιών και όχι στη διαχείριση εντυπώσεων. Η προστασία της εργασίας, η στήριξη της οικογένειας και η αποκατάσταση της κοινωνικής δικαιοσύνης δεν μπορούν να αποτελούν δευτερεύουσες παραμέτρους απέναντι στη δημοσιονομική πειθαρχία και τις αγορές.
Κλείνοντας την παρέμβασή του, ο Ευρωβουλευτής της ΝΙΚΗΣ, έθεσε μια ουσιαστική πολιτική και πνευματική διάσταση, τονίζοντας ότι χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη και χωρίς σαφή πνευματικό προσανατολισμό, δεν μπορεί να υπάρξει ούτε ευδαιμονία των λαών ούτε κοινό ευρωπαϊκό μέλλον. «Η Ευρώπη καλείται να επιλέξει αν θα συνεχίσει ως ένας απρόσωπος μηχανισμός συμφερόντων ή αν θα επιστρέψει στις ρίζες της, υπηρετώντας τον άνθρωπο, την κοινωνία και την ιστορική της αποστολή».
Ακολουθεί η ομιλία του:

