Σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση, τόσο για τη διαχείριση των ευρωπαϊκών πόρων όσο και για τη συνολική πολιτική της στάση απέναντι στα μεγάλα ζητήματα διαφάνειας και λογοδοσίας, άσκησε από το βήμα της Βουλής ο βουλευτής Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών της ΝΙΚΗΣ, Ανδρέας Βορύλλας, κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου «Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, Ταμείο Εκσυγχρονισμού και άλλες διατάξεις».
Ο κ. Βορύλλας ξεκίνησε την ομιλία του με αναφορά στη δεύτερη δικογραφία για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, τονίζοντας ότι η υπόθεση δεν συνιστά μια ακόμη αρνητική εξέλιξη της επικαιρότητας, αλλά βαθιά πολιτική και θεσμική κρίση. Όπως υπογράμμισε, όταν «μια τέτοια υπόθεση αγγίζει τον πυρήνα της κυβερνητικής πλειοψηφίας, συνδέεται με αιτήματα άρσης ασυλίας εν ενεργεία βουλευτών και αφορά τη διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων που προορίζονται για την πραγματική οικονομία και τον αγροτικό κόσμο, τότε πρόκειται για δομικό πρόβλημα εξουσίας».
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ έκανε λόγο για σύστημα πολιτικής συναλλαγής και μηχανισμό εξυπηρετήσεων της κομματικής πελατείας, σημειώνοντας ότι η πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης είναι προφανής. Ζήτησε την άμεση παραίτηση όλων των εμπλεκομένων βουλευτών έως ότου αποφανθεί η Δικαιοσύνη, διευκρινίζοντας ότι «αυτή η στάση δεν συνιστά προεξόφληση ενοχής, αλλά στοιχειώδη εγγύηση θεσμικής σοβαρότητας». Παράλληλα, εξέφρασε την εκτίμησή του προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για τον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται την υπόθεση.
Περνώντας στο περιεχόμενο του νομοσχεδίου, ο Ανδρέας Βορύλλας αναγνώρισε τη σημασία των ευρωπαϊκών εργαλείων που συνδέονται με την ενεργειακή και κλιματική μετάβαση, επισημαίνοντας ότι «το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο και το Ταμείο Εκσυγχρονισμού μπορούν να προσφέρουν κρίσιμους πόρους για την αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας, την αναβάθμιση υποδομών και τη στήριξη των ευάλωτων νοικοκυριών και επιχειρήσεων».
Ωστόσο, όπως τόνισε, «το βασικό πρόβλημα του νομοσχεδίου είναι ότι οργανώνει έναν νέο διοικητικό μηχανισμό χωρίς να απαντά στο ουσιώδες πολιτικό ερώτημα: ποιο ακριβώς εθνικό σχέδιο υπηρετούν αυτοί οι πόροι». Επισήμανε ότι η κυβέρνηση επιλέγει να δημιουργήσει νέα ειδική υπηρεσία με διοικητή διορισμένο από την ίδια, σε ένα ήδη σύνθετο θεσμικό περιβάλλον, αντί να αξιοποιήσει υφιστάμενες δομές με τεχνογνωσία και εμπειρία στη διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων.
Συνεχίζοντας ανέφερε πώς, «η επιλογή αυτή εντείνει τον κίνδυνο κατακερματισμού αρμοδιοτήτων, αυξημένου διοικητικού κόστους και περιορισμένης λογοδοσίας, ενώ δεν συνοδεύεται από σαφείς, μετρήσιμους εθνικούς στόχους». Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην ανάγκη να ενταχθούν οι διαθέσιμοι πόροι σε ένα ευρύτερο στρατηγικό σχέδιο που να καλύπτει κρίσιμους τομείς, όπως η ενεργειακή ασφάλεια, η ενίσχυση των δημόσιων μεταφορών, η αναβάθμιση κατοικιών, αλλά και η αντιμετώπιση της λειψυδρίας, ειδικά στα νησιά, μέσω επενδύσεων σε υποδομές όπως οι μονάδες αφαλάτωσης με αξιοποίηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ στάθηκε και στην ενεργειακή πολιτική της χώρας, εκφράζοντας την άποψη ότι η μετάβαση έγινε σε ορισμένες περιπτώσεις με λανθασμένο τρόπο, με αποτέλεσμα τη μεγάλη μείωση της λιγνιτικής παραγωγής και την αυξημένη εξάρτηση από εισαγόμενο φυσικό αέριο.
Κλείνοντας, αναφέρθηκε και στη διάταξη για την προκαταβολή 15 εκατ. ευρώ προς τα ΕΛΤΑ, υποστηρίζοντας ότι «δεν αντιμετωπίζει το πραγματικό πρόβλημα βιωσιμότητας του οργανισμού». Όπως είπε, «η χώρα χρειάζεται στρατηγική, διαφάνεια και θεσμική σοβαρότητα, γιατί χωρίς σαφές σχέδιο και προτεραιότητες, οι διαθέσιμοι πόροι κινδυνεύουν να χαθούν σε αποσπασματικές επιλογές αντί να στηρίξουν ουσιαστικά την κοινωνία και την οικονομία».

