Οι νέοι άνθρωποι παρακολουθούν όσα συμβαίνουν γύρω τους, έχουν κοινωνικές ευαισθησίες και συχνά διαθέτουν ισχυρή διάθεση προσφοράς. Η απόσταση που κρατούν από τα κόμματα και τις καθιερωμένες μορφές πολιτικής συμμετοχής έχει διαμορφωθεί μέσα από συγκεκριμένες εμπειρίες. Επί χρόνια ακούν εξαγγελίες που ελάχιστα αλλάζουν τη ζωή τους, συναντούν άνισες ευκαιρίες και αισθάνονται ότι η γνώμη τους ζητείται αφού έχουν ήδη ληφθεί οι αποφάσεις.
Η σχέση ενός νέου με την πολιτική αρχίζει από τον τρόπο με τον οποίο ζει. Ένας εργαζόμενος με χαμηλές αποδοχές, ακριβό ενοίκιο και αβέβαιη σύμβαση δυσκολεύεται να πιστέψει ότι το πολιτικό σύστημα κατανοεί τις ανάγκες του. Το ίδιο ισχύει για τον φοιτητή που αναζητεί σπίτι κοντά στη σχολή του, για το νέο ζευγάρι που αναβάλλει τη δημιουργία οικογένειας και για τον άνεργο πτυχιούχο που στέλνει βιογραφικά χωρίς να λαμβάνει απάντηση.
Η στεγαστική κρίση έχει μετατραπεί σε βασικό εμπόδιο οικονομικής ανεξαρτησίας. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2024 οι νέοι στην Ελλάδα εγκατέλειπαν το πατρικό σπίτι κατά μέσο όρο στα 30,7 έτη, μία από τις υψηλότερες ηλικίες στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Την ίδια χρονιά, το 30,3% των νέων ηλικίας 15 έως 29 ετών ζούσε σε νοικοκυριά που διέθεταν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για έξοδα στέγασης, ποσοστό υψηλότερο από κάθε άλλο κράτος-μέλος.
Πίσω από αυτούς τους αριθμούς βρίσκεται η γνώριμη εικόνα της ελληνικής κοινωνίας, των 16 τελευταίων ετών. Άνθρωποι κοντά στα τριάντα εργάζονται και εξακολουθούν να εξαρτώνται από τους γονείς τους, επειδή ο μισθός δεν καλύπτει το ενοίκιο, τους λογαριασμούς και βασικά τους έξοδα. Η οικογένεια λειτουργεί ως στήριγμα, αναλαμβάνοντας βάρη που κανονικά θα έπρεπε να περιορίζονται από μια οργανωμένη στεγαστική και κοινωνική πολιτική.
Ανάλογη πίεση επικρατεί στην εργασία καθώς η ανεργία στις ηλικίες 18 έως 24 ετών διαμορφώθηκε τον Μάιο του 2026 στο 16,8%, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ. Παρά τη βελτίωση σε σύγκριση με προηγούμενα χρόνια, το ποσοστό παραμένει υπερδιπλάσιο από εκείνο των ηλικιών 25 έως 74 ετών, το οποίο βρισκόταν στο 7,6%. Και μη ξεχνάμε ότι πάρα πολλοί νέοι μας εξακολουθούν να φεύγουν από τη χώρα.
Ακόμη και η εξασφάλιση μιας θέσης εργασίας δεν προσφέρει πάντοτε τη σταθερότητα που χρειάζεται ένας νέος για να οργανώσει τη ζωή του. Οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου, η εποχική απασχόληση, τα ακανόνιστα ωράρια και οι υπερωρίες που συχνά μένουν απλήρωτες διατηρούν την επαγγελματική πορεία σε καθεστώς αβεβαιότητας. Πολλοί νέοι καταλήγουν να εργάζονται σε αντικείμενα που δεν έχουν σχέση με τις σπουδές και τις δεξιότητές τους, ενώ άλλοι εγκαταλείπουν τον κλάδο τους, επειδή οι αποδοχές δεν επαρκούν για να συντηρήσουν ένα σπίτι και να αποκτήσουν οικονομική αυτονομία.
Σε αυτή την κατάσταση προστίθεται η αίσθηση ότι η προσωπική προσπάθεια δεν αξιολογείται πάντοτε με ίσους όρους. Οι γνωριμίες, οι οικογενειακές δυνατότητες και οι κομματικές προσβάσεις εξακολουθούν να θεωρούνται από πολλούς νέους ισχυρότερο εφόδιο από τις σπουδές και την εργασία. Όταν η αξιοκρατία αμφισβητείται, η δυσπιστία επεκτείνεται από την αγορά εργασίας προς τη διοίκηση, τους θεσμούς και την ίδια την πολιτική ζωή.
Η φυγή νέων επιστημόνων στο εξωτερικό αποτελεί άμεση συνέπεια αυτής της απογοήτευσης. Χιλιάδες νέοι αναζήτησαν αλλού καλύτερες αμοιβές, σταθερότερες συνθήκες εργασίας και καθαρότερες προοπτικές εξέλιξης. Πολλοί από αυτούς θα σκέφτονταν σοβαρά την επιστροφή τους, εφόσον έβλεπαν στην Ελλάδα αξιοκρατία, διαφανείς διαδικασίες και ένα περιβάλλον που αναγνωρίζει την προσπάθεια και τις ικανότητές τους. Κάθε νέος επιστήμονας που φεύγει αφήνει πίσω του ένα κενό σε γνώσεις, εμπειρία και δημιουργικές δυνάμεις που η χώρα έχει ανάγκη.
Το πολιτικό σύστημα έχει το δικό του μερίδιο ευθύνης. Οι νέοι άκουσαν πολλές φορές μεγάλες δεσμεύσεις για θέσεις εργασίας, φθηνή κατοικία, αξιοκρατία και ενίσχυση της οικογένειας, χωρίς να βλέπουν αντίστοιχο αποτέλεσμα. Η επικοινωνία μαζί τους περιορίζεται συχνά σε προεκλογικές εκδηλώσεις, βίντεο στα κοινωνικά δίκτυα και προσκλήσεις σε κομματικές δραστηριότητες όπου οι βασικές επιλογές έχουν ήδη καθοριστεί.
Τα ίδια τα κόμματα χρειάζεται να εξετάσουν τον τρόπο λειτουργίας τους. Κλειστοί κύκλοι, μακροχρόνιοι μηχανισμοί και προώθηση προσώπων με βάση προσωπικές σχέσεις αποθαρρύνουν όσους επιθυμούν να συμμετάσχουν με τις γνώσεις και τη δουλειά τους. Οι κομματικές νεολαίες χάνουν την αξία τους όταν χρησιμοποιούνται ως ακροατήριο, εκλογικός μηχανισμός ή χώρος αναπαραγωγής έτοιμων θέσεων.
Η εκπαίδευση επίσης αφήνει ένα σημαντικό κενό. Οι μαθητές ολοκληρώνουν το σχολείο γνωρίζοντας ελάχιστα για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν η Βουλή, οι δήμοι, οι περιφέρειες, τα σωματεία και οι δημόσιες διαβουλεύσεις. Η πολιτειακή αγωγή μπορεί να συνδεθεί με την εμπειρία, μέσα από επισκέψεις σε θεσμούς, προσομοιώσεις συνεδριάσεων και επεξεργασία πραγματικών προβλημάτων της περιοχής όπου ζουν οι μαθητές.
Παράλληλα, η ενημέρωση έχει μεταφερθεί σε μεγάλο βαθμό στις ψηφιακές πλατφόρμες. Στην Έρευνα Νεολαίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η οποία πραγματοποιήθηκε το 2024 και δημοσιεύθηκε το 2025, το 42% των Ευρωπαίων ηλικίας 16 έως 30 ετών δήλωσε ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν την κύρια πηγή ενημέρωσής του για πολιτικά και κοινωνικά θέματα. Η γρήγορη εναλλαγή περιεχομένου, οι αλγόριθμοι και η παραπληροφόρηση δυσκολεύουν την ψύχραιμη εξέταση των γεγονότων και συχνά μετατρέπουν τη συμμετοχή σε μια πρόσκαιρη διαδικτυακή αντίδραση.
Η αποχή από τις εκλογές και η απομάκρυνση από τα κόμματα δεν ισοδυναμούν πάντοτε με κοινωνική αδιαφορία. Νέοι άνθρωποι δραστηριοποιούνται σε ομάδες αλληλεγγύης, εθελοντικές οργανώσεις, πολιτιστικούς συλλόγους, περιβαλλοντικές πρωτοβουλίες και κινητοποιήσεις για συγκεκριμένα ζητήματα. Προτιμούν μορφές δράσης στις οποίες βλέπουν άμεσα τον σκοπό και το αποτέλεσμα της συμμετοχής τους.
Οι συνθήκες, βέβαια, διαφέρουν. Ο φοιτητής σε μια μεγάλη πόλη αντιμετωπίζει διαφορετικά προβλήματα από έναν νέο αγρότη, έναν εποχικά εργαζόμενο σε νησί ή έναν νέο γονέα που αναζητεί βρεφονηπιακό σταθμό. Η περιφέρεια και οι μικρότεροι δήμοι διαθέτουν λιγότερους χώρους πολιτισμού, αθλητισμού και δημιουργίας, με αποτέλεσμα η απομόνωση να γίνεται εντονότερη και οι ευκαιρίες συμμετοχής να περιορίζονται.
Η νέα σχέση με τη νεολαία μπορεί να αρχίσει μόνο μέσα από την ακρόαση. Οι βουλευτές και οι αιρετοί της Αυτοδιοίκησης μπορούν να συναντούν τακτικά μαθητές, φοιτητές, εργαζομένους, ανέργους, νέους επιστήμονες, αγρότες και οικογένειες. Οι συναντήσεις αυτές αποκτούν νόημα όταν συνοδεύονται από καταγραφή των προτάσεων και δημόσια ενημέρωση για την πορεία τους.
Τα δημοτικά και περιφερειακά συμβούλια νέων μπορούν να λειτουργήσουν ως χώροι παρέμβασης, με δικαίωμα εισήγησης και παρουσία στις συνεδριάσεις που αφορούν τη στέγη, τις μετακινήσεις, τον πολιτισμό και τις υποδομές. Αντίστοιχα, στα νομοσχέδια για την παιδεία, την εργασία, την τεχνολογία, το περιβάλλον και το δημογραφικό, οι νέοι που επηρεάζονται άμεσα πρέπει να έχουν θέση στη διαβούλευση πριν οριστικοποιηθούν οι ρυθμίσεις.
Καμία προσπάθεια πολιτικής προσέγγισης δεν θα προχωρήσει χωρίς μέτρα που αγγίζουν τις συνθήκες ζωής. Η προσιτή κατοικία, οι αξιοπρεπείς αμοιβές, η σταθερή εργασία και η στήριξη των νέων ζευγαριών συνδέονται με την κοινωνική συνοχή και το δημογραφικό μέλλον της χώρας. Παράλληλα, η νεανική επιχειρηματικότητα, η αγροτική παραγωγή και η επιστροφή επιστημόνων απαιτούν σταθερούς κανόνες, απλούστερες διαδικασίες και έλεγχο στη διάθεση των δημόσιων πόρων.
Κάθε δήμος μπορεί επίσης να προσφέρει προσβάσιμους χώρους άθλησης, πολιτισμού, εθελοντισμού και κοινωνικής προσφοράς. Μέσα σε αυτούς τους χώρους καλλιεργούνται η συνεργασία, η ευθύνη και η αλληλεγγύη, χωρίς κομματικές προϋποθέσεις. Η συμμετοχή αποκτά περιεχόμενο όταν συνδέεται με έναν τόπο και ανθρώπους που εργάζονται μαζί για το κοινό καλό.
Η επικοινωνία μέσω των κοινωνικών δικτύων είναι χρήσιμη, αρκεί να γίνεται με σεβασμό στη νοημοσύνη του ακροατηρίου. Η μίμηση της νεανικής γλώσσας, τα εύκολα συνθήματα και η σκηνοθετημένη οικειότητα γίνονται γρήγορα αντιληπτά. Μεγαλύτερη αξία έχει μια συγκεκριμένη απάντηση για το τι έγινε με μια πρόταση, ποιος ανέλαβε την ευθύνη και σε ποιο χρονικό διάστημα θα υπάρξει αποτέλεσμα.
Η αξιοπρέπεια της εργασίας, η παιδεία, η οικογένεια, η αξιοκρατία, η κοινωνική ευθύνη και η εθνική αυτοπεποίθηση μπορούν να στηρίξουν μια διαφορετική δημόσια σχέση με τους νέους. Αυτή η σχέση θα κριθεί από την προσωπική παρουσία των πολιτικών, τη συνέπεια των αποφάσεών τους και την προθυμία τους να μοιραστούν αρμοδιότητες.
Η δική μας ευθύνη είναι να δημιουργήσουμε σταθερούς δρόμους συμμετοχής, να δίνουμε λόγο για τις αποφάσεις μας και να κρίνουμε κάθε πολιτική θα εφαρμόσουμε από το αποτύπωμά της στη ζωή των ανθρώπων. Οι νέοι θα πλησιάσουν ξανά τα κοινά όταν δουν ότι η άποψή τους επηρεάζει τις επιλογές που γίνονται, ότι η προσπάθειά τους αναγνωρίζεται και ότι η παρουσία τους μπορεί να μεταβάλει όσα σήμερα τους αποθαρρύνουν.
Η εμπιστοσύνη των νέων θα κερδηθεί όταν η παρουσία τους αποκτήσει βάρος στις αποφάσεις.
Ασπασία Κουρουπάκη
Βουλευτής Β1΄ Βόρειου Τομέα Αθηνών της ΝΙΚΗΣ

