Με τον πληθωρισμό να παραμένει σε υψηλά επίπεδα και τον Ιούνιο, με την Ελλάδα να καταλαμβάνει την πέμπτη χειρότερη επίδοση ανάμεσα στις χώρες της Ευρωζώνης, τα δομικα προβλήματα της οικονομίας επανέρχονται στο προσκήνιο.
Η ετήσια έκθεση της ΓΣΕΕ για την πορεία της οικονομίας και την απασχόληση στην Ελλάδα αποτελεί μια ακόμη διάψευση της κυβέρνησης Μητσοτάκη, περί ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας με παράλληλη σύγκλιση του επιπέδου διαβίωσης των Ελλήνων πολιτών με τους πολίτες των πιο ανεπτυγμένων χωρών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η Συνομοσπονδία επισημαίνει ότι η Ελλάδα παραμένει μακριά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε όρους πραγματικού κατά κεφαλήν εισοδήματος, καθώς αυτό διαμορφώνεται στις 19.400 ευρώ έναντι 34.110 ευρώ στην ΕΕ-27. Σε όρους αγοραστικής δύναμης, το ποσό αυτό αντιστοιχεί μόλις στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Η ΓΣΕΕ τονίζει ακόμη ότι το σημερινό αναπτυξιακό μοντέλο εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως στην ιδιωτική κατανάλωση, η οποία αντιστοιχεί στο 67,8% του ΑΕΠ έναντι 51,2% στην ΕΕ. Επιβεβαιώνει δηλαδή ότι το φαινόμενο που οδήγησε τη χώρα μας στη χρεοκοπία και στα μνημόνια το 2010 όχι μόνο δεν περιορίστηκε μετά από 9 μνημονιακά και 7 μεταμνημονιακά χρόνια αλλά εξακολουθεί να αποτελεί κύριο χαρακτηριστικό του μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης της Ελλάδος.
Κατά τη ΓΣΕΕ, η υπερβολική εξάρτηση από την κατανάλωση περιορίζει τις δυνατότητες διατηρήσιμης ανάπτυξης, καθώς δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη ενίσχυση της παραγωγικής βάσης.
Η έκθεση υποστηρίζει ότι η χώρα χρειάζεται μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται στην κατανάλωση, τις κατασκευές και τις εισαγωγές σε ένα νέο υπόδειγμα ανάπτυξης που θα στηρίζεται στην παραγωγική ανασυγκρότηση, στις ποιοτικές επενδύσεις, στη βιομηχανική και τεχνολογική αναβάθμιση και στη βελτίωση της παραγωγικότητας.
Παράλληλα, ζητεί ουσιαστική ενίσχυση των πραγματικών μισθών, διεύρυνση της κάλυψης των συλλογικών συμβάσεων, ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης και μέτρα για την αναβάθμιση της ποιότητας της εργασίας, υποστηρίζοντας ότι μόνο έτσι η οικονομική μεγέθυνση μπορεί να μετατραπεί σε πραγματική σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου και σε βιώσιμη κοινωνική ανάπτυξη.
Ειδικότερα, στο θέμα της απασχόλησης η έκθεση παρατηρεί ότι:
Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με έντονες περιφερειακές και κοινωνικές ανισότητες. Χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης καταγράφονται στις γυναίκες, στους νέους και στα άτομα με αναπηρία. Την ίδια ώρα περισσότεροι από τους μισούς ανέργους (55,8%) παραμένουν εκτός αγοράς εργασίας για περισσότερο από έναν χρόνο, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Παράλληλα,
– η αύξηση των ονομαστικών αποδοχών δεν έχει μεταφραστεί σε ουσιαστική ανάκτηση της αγοραστικής δύναμης καθώς ο μέσος πραγματικός ετήσιος μισθός αυξήθηκε μόλις κατά 0,3% την περίοδο 2019-2025, ενώ παραμένει χαμηλότερος κατά 1,3% σε σχέση με το 2021, όταν ξεκίνησε η περίοδος υψηλού πληθωρισμού.
– Η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει από τις υψηλότερες εβδομαδιαίες ώρες εργασίας στην Ευρώπη, στοιχείο που υποδηλώνει ότι η αγορά εργασίας χαρακτηρίζεται όχι μόνο από χαμηλές αμοιβές αλλά και από υψηλή ένταση εργασίας.
– Ο κίνδυνος φτώχειας παραμένει υψηλός, ιδιαίτερα για τους νέους, ενώ η φτώχεια των εργαζομένων εξακολουθεί να υπερβαίνει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Επιπλέον, περισσότερα από ένα στα τρία νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά εμφανίζουν ληξιπρόθεσμες οφειλές σε λογαριασμούς κοινής ωφέλειας.
Όπως γίνεται αντιληπτό, οι ισχυρισμοί της κυβέρνησης Μητσοτάκη περί ισχυρής οικονομίας, με θεαματική αύξηση επενδύσεων, μισθών και απασχόλησης και μείωση ανεργίας και φτώχειας δεν επιβεβαιώνονται από τους εκπροσώπους των εργαζομένων, αλλά διαψεύδονται.
Η ΝΙΚΗ έχει έτοιμο τον σχεδιασμό για το θέμα και είναι έτοιμη να τον παρουσιάσει στο δημόσιο διάλογο, ως αντίδοτο για την αντιμετώπιση της χρεοκοπίας, της ανεργίας και της φτώχειας που αποτελούν επιτεύγματα του καθεστώτος της επταετίας Μητσοτάκη.
Ομάδα Οικονομικών ΝΙΚΗ

