Για τους περισσότερους Έλληνες, η ακρίβεια δεν μετριέται στους δείκτες του πληθωρισμού. Μετριέται τη μέρα που πληρώνουν το ενοίκιο, γεμίζουν το ρεζερβουάρ ή περνούν από το ταμείο του σούπερ μάρκετ. Εκεί κρίνεται αν η οικονομία βελτιώνεται πραγματικά ή αν η καθημερινότητα γίνεται ολοένα δυσκολότερη.
Η δημόσια συζήτηση, όμως, εξακολουθεί να περιστρέφεται γύρω από το αν θα μειωθούν προσωρινά κάποιες τιμές ή αν οι έλεγχοι στην αγορά αποδίδουν. Έτσι χάνεται το ουσιαστικό ερώτημα: γιατί, παρά τις εξαγγελίες και τις παρεμβάσεις, όλο και περισσότερες οικογένειες δυσκολεύονται να καλύψουν ακόμη και τις βασικές τους ανάγκες;
Η απάντηση είναι απλή. Η ακρίβεια δεν είναι μόνο πρόβλημα τιμών. Είναι πρόβλημα αγοραστικής δύναμης. Το ζήτημα δεν είναι μόνο πόσο κοστίζει ένα προϊόν, αλλά αν ο πολίτης μπορεί να το αγοράσει χωρίς να στερηθεί κάτι άλλο απαραίτητο.
Γι’ αυτό και το πρόβλημα δεν αρχίζει στο ράφι. Το ράφι είναι ο τελευταίος κρίκος μιας αλυσίδας που ξεκινά πολύ νωρίτερα: από το ενεργειακό κόστος, τα καύσιμα, τις μεταφορές, τις πρώτες ύλες και το κόστος παραγωγής. Όλες αυτές οι επιβαρύνσεις ενσωματώνονται στην τελική τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής.
Όταν μια οικονομία παραμένει εξαρτημένη από εισαγωγές, από ακριβή ενέργεια και από περιορισμένη εγχώρια παραγωγή, η ακρίβεια δεν είναι ατύχημα. Είναι το προβλέψιμο αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών. Γι’ αυτό και οι παρεμβάσεις μόνο στη λιανική αγορά μπορούν να προσφέρουν πρόσκαιρη ανακούφιση, αλλά δεν αντιμετωπίζουν τις αιτίες του προβλήματος.
Την ίδια στιγμή, η στεγαστική κρίση έχει εξελιχθεί σε έναν ακόμη πολλαπλασιαστή της ακρίβειας. Όταν το ενοίκιο απορροφά μεγάλο μέρος του μηνιαίου εισοδήματος, κάθε αύξηση στα βασικά αγαθά γίνεται δυσανάλογα πιο επώδυνη. Για πολλές νέες οικογένειες, το πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο το κόστος ζωής, αλλά το αν μπορούν να σχεδιάσουν το μέλλον τους με ασφάλεια.
Η ακρίβεια, λοιπόν, δεν είναι ένα μεμονωμένο οικονομικό φαινόμενο. Συνδέεται με την παραγωγή, την ενέργεια, τη στέγη και, τελικά, με το διαθέσιμο εισόδημα του πολίτη. Αν δεν αλλάξουν αυτά, οι προσωρινές μειώσεις τιμών δεν αρκούν για να αλλάξουν την πραγματικότητα.
Η Ελλάδα χρειάζεται μια διαφορετική κατεύθυνση. Χρειάζεται να στηρίξει την εγχώρια παραγωγή, να μειώσει το ενεργειακό κόστος, να ενισχύσει τον πρωτογενή τομέα και τη μεταποίηση, να εφαρμόσει μια ουσιαστική στεγαστική πολιτική και να διαμορφώσει συνθήκες ώστε οι μισθοί και οι συντάξεις να ανταποκρίνονται στο πραγματικό κόστος ζωής.
Παράλληλα, υπάρχουν και παρεμβάσεις που μπορούν να προσφέρουν άμεση ανακούφιση στα νοικοκυριά: η μείωση του ΦΠΑ στα βασικά είδη διατροφής, η μείωση των ειδικών φόρων στα καύσιμα, ιδιαίτερα στο αγροτικό πετρέλαιο, και η αποφασιστική εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού απέναντι σε φαινόμενα συντονισμένων πρακτικών και καταχρηστικής τιμολόγησης. Η αγορά χρειάζεται διαφάνεια, υγιή ανταγωνισμό και αποτελεσματικούς ελέγχους από τους αρμόδιους θεσμούς.
Αυτή είναι και η κατεύθυνση που προτείνουμε εμείς στη ΝΙΚΗ. Όχι μια πολιτική που περιορίζεται στη διαχείριση των συνεπειών, αλλά μια πολιτική που αντιμετωπίζει τις αιτίες της ακρίβειας. Μια οικονομία που παράγει περισσότερο, εξαρτάται λιγότερο και επιτρέπει στους ανθρώπους να ζουν με αξιοπρέπεια από τον κόπο τους.
Γιατί η πραγματική επιτυχία μιας οικονομικής πολιτικής δεν μετριέται από τους δείκτες. Μετριέται από το αν ο πολίτης, στο τέλος του μήνα, μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της οικογένειάς του χωρίς να αναγκάζεται κάθε φορά να αφήνει κάτι πίσω.
Τάσος Οικονομόπουλος
Βουλευτής Α’ Ανατολικής Αττικής της ΝΙΚΗΣ

