Η δημιουργία θέσης μόνιμου Υφυπουργού Εξωτερικών, η οποία θα καταλαμβάνεται πάντα από έμπειρο αφυπηρετήσαν στέλεχος του ελληνικού Διπλωματικού Σώματος, κινείται σαφώς προς τη σωστή κατεύθυνση. Αποτελεί συνταγματική πρόβλεψη (άρθ. 81), η εφαρμογή της οποίας καθυστερούσε για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Άλλωστε, η υλοποίησή της αποτελούσε και σκέψη που καλλιεργούνταν εδώ και δεκαετίες στο ΥΠΕΞ.
Πολλά κράτη-μέλη της ΕΕ καθώς και η Τουρκία διατηρούν τέτοιο θεσμό, που στόχο έχει να ενημερώνει και να διατηρεί τον κάθε πολιτικό προϊστάμενο της εξωτερικής πολιτικής στην αποφασισμένη “γραμμή πλεύσης”. Η ελληνική καθυστέρηση οφείλεται, ως συνήθως, στον κομματικό ανταγωνισμό και τις μικροπολιτικές κομματικές σκοπιμότητες. Η ιδιότης της μονιμότητος υπαγορεύει, αφ’ εαυτού της, την γενική αποδοχή των υποψηφίων από όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα ή, έστω, τα μεγαλύτερα. Το γεγονός εξασφαλίζει την εμπιστοσύνη και τη συνεργασιμότητα, στοιχεία απαραίτητα για την αποδοτικότητα του νεοσύστατου θεσμού.
Ο τρόπος, ωστόσο, που ψηφίστηκε, κυριολεκτικά “μαύρα μεσάνυχτα”, όπως συνήθως ψηφίζονται όλες οι “πονηρές” τροπολογίες, χωρίς πρότερη διαβούλευση και συζήτηση στη Βουλή, υπονομεύει “εκ γενετής” το κύρος του θεσμού. Το δε πρόσωπο που προκρίθηκε από την κυβέρνηση για να πληρώσει τη θέση, η κ. Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, αποδυναμώνει έτι περαιτέρω το κύρος αυτό.
Η συγκεκριμένη κυρία, ουδεμία θετική γνώμη συγκεντρώνει έξω από το στενό περιβάλλον του πρωθυπουργού. Η πολιτεία της, ως διπλωματική υπάλληλος, υπήρξε από μέτρια έως κακή. Εξ αρχής, ως προϊσταμένη του Γραφείου Συνδέσμου Σκοπίων (2007-2012), επέδειξε, αν όχι τον ανθελληνισμό της, οπωσδήποτε την αδιαφορία της απέναντι στην εθνική υπόθεση. Αρνητικότατα είχε σχολιαστεί τότε η παρουσία της σε θεατρική παράσταση, η οποία τελείωνε με τη φράση “Θάνατος στους μιαρούς Έλληνες”!. Η κ. Παπαδοπούλου χειροκροτούσε όρθια…
Η σταδιοδρομία της στο Διπλωματικό Σώμα, αποτελεί υπόδειγμα της μεταπολιτευτικής μεθόδου ανέλιξης στο ελληνικό δημόσιο. Εκμεταλλευόμενη στο έπακρο τη γνωριμία της με την κ. Μπακογιάννη και δι’ αυτής με τον πρωθυπουργό, κατέλαβε θέσεις που θα έπρεπε να πληρωθούν από άλλους, κατά γενική ομολογία πολύ ικανότερους και εμπειρότερους συναδέλφους της. Ως πρέσβης στην Ουάσιγκτον, απετέλεσε την πλέον ουδέτερη και ατελέσφορη εκεί ελληνική διπλωματική παρουσία, προάγοντας μόνο τις προσωπικές της σχέσεις με την κ. Βικτόρια Νιούλαντ και τον κύκλο των Αμερικανών νεοφιλελεύθερων.
Η “κήρυξη πολέμου” στη Ρωσία, διά στόματος κ. Μπακογιάννη και με την αμέριστη στήριξη του πρωθυπουργού, οφείλεται εν πολλοίς και στις ανερμάτιστες νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις της κ. Παπαδοπούλου. Η απόλυτη εξάρτηση από το “διευθυντήριο των Βρυξελλών”, η πλήρης υποταγή στα συμφέροντα των ΗΠΑ μέσω πολιτικής “παρωπίδων”, αποτελούν το δόγμα της ΥΦΥΠΕΞ, ως προς την εξωτερική μας πολιτική. Η δορυφοριοποίηση της χώρας μας από την Τουρκία, η “Διακήρυξη των Αθηνών”, η πολιτική των “ήρεμων νερών”, το “ξέπλυμα” του Τούρκου Προέδρου και της Τουρκίας στη διεθνή κοινότητα, την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, η ατολμία στην λήψη αντιτουρκικών μέτρων, ο ενδοτισμός και ο κατευνασμός οφείλονται εν πολλοίς και σ’ αυτή την κυρία. Σε αυτήν θα πρέπει να χρεωθεί και η ουρανομήκης αποτυχία της εξωτερικής μας πολιτικής, έναντι της Λιβύης και του τουρκολιβυκού συμφώνου.
Η τοποθέτηση ενός τέτοιου προσώπου – για πρώτη φορά – στη θέση του μονίμου ΥΦΥΠΕΞ, προαλείφει και την τύχη του θεσμού. Πρόκειται για θέση που σχετίζεται στενά με το κύρος της χώρας και την εθνική αξιοπρέπεια απέναντι στη διεθνή κοινότητα. Πρόκειται για καίρια θέση σε ό,τι αφορά την προάσπιση και την προώθηση των εθνικών συμφερόντων.
Η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να υπηρετείται από κομματικούς εγκάθετους. Η κ. Παπαδοπούλου αποτελεί ένα ακόμη ακατάλληλο πρόσωπο, σε μια κρίσιμη θέση, στον μακρύ κατήφορο της αναξιοκρατίας και της ανυποληψίας στον οποίο (δια)σύρεται η χώρα.

