Σαφείς αιχμές κατά της κυβέρνησης για έλλειψη θεσμικών εγγυήσεων, απουσία ουσιαστικών απαντήσεων και σοβαρά κενά εφαρμογής διατύπωσε από το βήμα της Ολομέλειας η βουλευτής Β1 Βορείου Τομέα Αθηνών της ΝΙΚΗΣ, Ασπασία Κουρουπάκη, κατά τη συζήτηση για την κύρωση του Πρωτοκόλλου του Συμβουλίου της Ευρώπης που τροποποιεί την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την καταστολή της τρομοκρατίας.
Η κ. Κουρουπάκη ξεκαθάρισε εξαρχής ότι η ΝΙΚΗ δεν υποτιμά την τρομοκρατική απειλή ούτε αμφισβητεί την ανάγκη διεθνούς δικαστικής συνεργασίας, υπογραμμίζοντας όμως ότι ζητήματα που αφορούν εκδόσεις προσώπων, θεμελιώδη δικαιώματα και υπερνομοθετικής ισχύος διεθνείς δεσμεύσεις απαιτούν σαφείς θεσμικές εγγυήσεις και όχι αόριστες διαβεβαιώσεις.
Όπως ανέφερε, στην αρμόδια Επιτροπή τέθηκαν συγκεκριμένα νομικά, θεσμικά και πρακτικά ερωτήματα προς την κυβέρνηση, τα οποία παρέμειναν αναπάντητα. «Σε ζητήματα τρομοκρατίας, έκδοσης προσώπων και θεμελιωδών δικαιωμάτων, το “μην ανησυχείτε” δεν είναι θεσμική απάντηση. Είναι πολιτική υπεκφυγή», τόνισε χαρακτηριστικά.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο ζήτημα των εκδόσεων, επισημαίνοντας ότι σε αρκετές χώρες ο όρος «τρομοκρατία» χρησιμοποιείται ως πολιτική ετικέτα εις βάρος αντιφρονούντων, δημοσιογράφων, πολιτικών αντιπάλων ή μελών μειονοτήτων. Η βουλευτής της ΝΙΚΗΣ ζήτησε να αποσαφηνιστεί με ποιον τρόπο θα διασφαλιστεί ότι η Ελλάδα δεν θα λειτουργεί ως απλός διεκπεραιωτής αιτημάτων έκδοσης χωρίς ουσιαστικό και εξατομικευμένο έλεγχο.
Παράλληλα, έθεσε το ζήτημα της αξιοπιστίας των λεγόμενων «διπλωματικών διαβεβαιώσεων» από κράτη που ζητούν εκδόσεις προσώπων, διερωτώμενη εάν αρκεί μία τυπική διαβεβαίωση περί δίκαιης δίκης και μη κακομεταχείρισης ή αν θα υπάρχει πραγματικός έλεγχος της αξιοπιστίας τους.
Η Ασπασία Κουρουπάκη προειδοποίησε ακόμη για τον κίνδυνο διεύρυνσης και ελαστικοποίησης της έννοιας της τρομοκρατίας στο ποινικό δίκαιο, σημειώνοντας ότι όταν οι έννοιες χάνουν τη νομική τους σαφήνεια, η ασάφεια λειτουργεί συνήθως υπέρ της εξουσίας και όχι υπέρ του πολίτη.
«Η τρομοκρατική βία πρέπει να τιμωρείται αυστηρά, αλλά το ποινικό δίκαιο δεν μπορεί να γίνει λάστιχο», υπογράμμισε, επιμένοντας ότι η ασφάλεια σε μία δημοκρατία απαιτεί ακρίβεια, αναλογικότητα και καθαρούς νομικούς ορισμούς.
Αναφορά έκανε και στην πρακτική εφαρμογή του Πρωτοκόλλου, θέτοντας ερωτήματα για την επάρκεια προσωπικού, την εκπαίδευση, τον εξοπλισμό και τον συντονισμό των εμπλεκόμενων αρχών. Όπως είπε, η Ελλάδα συχνά προχωρά στην κύρωση διεθνών συμβάσεων χωρίς να διαθέτει ολοκληρωμένο μηχανισμό εφαρμογής τους.
«Η ασφάλεια δεν μπαίνει στο ΦΕΚ και τελείωσε. Η ασφάλεια χρειάζεται κράτος που λειτουργεί», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η βουλευτής της ΝΙΚΗΣ στάθηκε και στον ρόλο της Βουλής, ζητώντας διαρκή κοινοβουλευτική ενημέρωση και έλεγχο για τις μελλοντικές εξελίξεις που θα προκύπτουν από τη λειτουργία του Πρωτοκόλλου, τις νέες προσχωρήσεις κρατών και τις πρακτικές συνέπειες εφαρμογής του.
Κλείνοντας την τοποθέτησή της, υπογράμμισε ότι η Βουλή δεν μπορεί να λειτουργεί ως «θεσμικό γραμματόσημο», αλλά οφείλει να ασκεί ουσιαστικό έλεγχο στην εκτελεστική εξουσία, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ζητήματα που αφορούν ελευθερίες, δικαιώματα και διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας.
«Δεν είμαστε εδώ για να λέμε “ναι” σε ό,τι έρχεται με διεθνή τίτλο και ευρωπαϊκή κορδέλα. Είμαστε εδώ για να ελέγχουμε. Η κυβέρνηση δεν κινδυνεύει από ερωτήσεις, αλλά από τις αναπάντητες ερωτήσεις», κατέληξε η Ασπασία Κουρουπάκη.

