Με σειρά σοβαρών ερωτημάτων για την προστασία των ελληνικών διαβαθμισμένων πληροφοριών, τον έλεγχο της πρόσβασης σε αυτές και την πραγματική επιχειρησιακή επάρκεια των αρμόδιων μηχανισμών, τοποθετήθηκε στην Ολομέλεια της Βουλής ο βουλευτής Λαρίσης της ΝΙΚΗΣ, Γεώργιος Ρούντας, κατά τη συζήτηση για την κύρωση των συμφωνιών αμοιβαίας προστασίας διαβαθμισμένων πληροφοριών με το Λουξεμβούργο, τη Βοσνία και Ερζεγοβίνη και τη Σλοβενία.
Ξεκινώντας την ομιλία του, ο κ. Ρούντας απευθύνθηκε στους μαθητές που παρακολουθούσαν τη συνεδρίαση από τα θεωρεία της Βουλής, με ιδιαίτερη αναφορά στον Ιωάννη Καποδίστρια.
«Να φροντίσετε να έχετε πάντοτε παραδείγματα στην καρδιά σας ανθρώπων που έβαλαν τον εαυτό τους κάτω από τους Έλληνες, κάτω από τον άνθρωπο και τον υπηρέτησαν ως διάκονοι. Ένας από αυτούς ήταν ο τεράστιος Μέγας Ιωάννης Καποδίστριας», ανέφερε.
Περνώντας στις τρεις συμφωνίες, ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ τόνισε ότι η διαχείριση της διαβαθμισμένης πληροφορίας αποτελεί κρίσιμο κομμάτι της αμυντικής ικανότητας και της εθνικής κυριαρχίας.
«Ποιος αποκτά τις ελληνικές πληροφορίες, ποιος αποκτά πρόσβαση στις ελληνικές πληροφορίες, για ποιον σκοπό τις χρησιμοποιεί και πώς διασφαλίζεται ότι δεν θα καταλήξουν σε μη εξουσιοδοτημένους τρίτους;», έθεσε ευθέως από το βήμα της Ολομέλειας.
Ο Γεώργιος Ρούντας αναγνώρισε ότι οι συμφωνίες περιλαμβάνουν διαδικασίες για τη διαβίβαση, την αναπαραγωγή, τη μετάφραση και την καταστροφή διαβαθμισμένου υλικού, υπογραμμίζοντας ότι τέτοιες ρυθμίσεις έχουν πρακτική χρησιμότητα. Επέμεινε, όμως, στο βασικό πολιτικό ζήτημα: τι συγκεκριμένο κερδίζει η Ελλάδα από αυτές τις συνεργασίες.
Αναφέρθηκε στα δεκαπέντε κοινά ερευνητικά προγράμματα με το Λουξεμβούργο και στο ενδιαφέρον της Σλοβενίας για συνεργασία με την ελληνική αμυντική βιομηχανία, ζητώντας συγκεκριμένες απαντήσεις.
«Ποια είναι η συμμετοχή των ελληνικών επιχειρήσεων και ερευνητικών φορέων; Ποια τεχνογνωσία αναπτύσσεται και πώς μπορεί να αξιοποιηθεί για τις ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων;», σημείωσε.
Όπως τόνισε, η ασφαλής ανταλλαγή πληροφοριών μπορεί να υποστηρίξει αμυντικές συνεργασίες, με την κυβέρνηση να έχει την πολιτική ευθύνη να αποδείξει ότι αυτές οι συνεργασίες αφήνουν ουσιαστικό αποτέλεσμα στην εγχώρια παραγωγή, στην έρευνα και στην εθνική άμυνα.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην επάρκεια της ελληνικής πλευράς. Με δεδομένο ότι ως Εθνική Αρχή Ασφάλειας ορίζεται το ΓΕΕΘΑ, ο κ. Ρούντας ζήτησε να γίνει σαφές εάν υπάρχουν επαρκές προσωπικό, κατάλληλες υποδομές και αποτελεσματικές διαδικασίες για την άσκηση της συγκεκριμένης αρμοδιότητας.
Για τη Βοσνία και Ερζεγοβίνη, στάθηκε ειδικά στη σημασία της αξιοπιστίας των μηχανισμών ασφαλείας στα Δυτικά Βαλκάνια.
«Η αξιοπιστία της συνεργασίας προϋποθέτει διατήρηση συγκρίσιμων προτύπων ασφαλείας και επιβεβαίωση ότι οι συμφωνημένοι περιορισμοί τηρούνται», ανέφερε.
Στο ίδιο πλαίσιο, επανέφερε το θέμα των παραβιάσεων ασφαλείας, για το οποίο, όπως σημείωσε, η κυβέρνηση δεν έδωσε επαρκείς διευκρινίσεις κατά τη συζήτηση στην Επιτροπή.
Οι συμφωνίες προβλέπουν ενημέρωση σε περίπτωση παραβίασης, διερεύνηση του περιστατικού και γνωστοποίηση των μέτρων που λαμβάνονται. Ο κ. Ρούντας ζήτησε να εξηγηθεί «πώς εξασφαλίζεται η έγκαιρη και πλήρης ενημέρωση της ελληνικής πλευράς, πώς μπορεί αυτή να συνδράμει στην έρευνα και ποιες άμεσες ενέργειες διαθέτει για να περιορίσει την έκθεση των πληροφοριών της».
Ακόμη πιο αιχμηρός εμφανίστηκε για διάταξη της συμφωνίας με το Λουξεμβούργο, σύμφωνα με την οποία η Εθνική Αρχή Ασφάλειας του ενός συμβαλλόμενου μέρους δύναται να ζητήσει ενέργειες ασφαλείας σε εγκατάσταση του άλλου μέρους.
«Ανακύπτει το ερώτημα εάν θα μπορεί το Λουξεμβούργο να ελέγξει μία δική μας στρατιωτική ή βιομηχανική εγκατάσταση, καθώς και τις συνθήκες διαχείρισης του απορρήτου της», ανέφερε, ζητώντας καθαρή απάντηση για τα όρια μιας τέτοιας δυνατότητας.
Ο βουλευτής Λαρίσης έστρεψε, τέλος, τα πυρά του στην πολυετή καθυστέρηση κύρωσης των συμφωνιών. Όπως τόνισε, το ίδιο ζήτημα τίθεται επανειλημμένα στη Βουλή, χωρίς η κυβέρνηση να εξηγεί ποιος ευθύνεται και για ποιο λόγο συμφωνίες που θεωρούνται απαραίτητες για την ανάπτυξη διεθνών συνεργασιών φτάνουν με μεγάλη καθυστέρηση προς κύρωση.
«Η κυβέρνηση έχει επιδοθεί σε έναν μαραθώνιο επικυρώσεων. Δεν έχουμε λάβει απάντηση για το ποιος είναι υπεύθυνος και ποια είναι η αιτία», σημείωσε.
Κλείνοντας, ο Γεώργιος Ρούντας τόνισε ότι απαιτείται σταθερός προγραμματισμός, έγκαιρη κοινοβουλευτική διαδικασία και πραγματική λογοδοσία, ιδίως όταν διακυβεύονται ζητήματα εθνικής ασφάλειας και διαχείρισης απόρρητων πληροφοριών.
«Τα ερωτήματα που θέσαμε για την εφαρμογή των τριών συμφωνιών παραμένουν», κατέληξε, ανακοινώνοντας ότι η ΝΙΚΗ καταψηφίζει και τις τρεις συμφωνίες.

