Ο βουλευτής Ανατολικής Αττικής της ΝΙΚΗΣ, Τάσος Οικονομόπουλος, τοποθετήθηκε στην Επιτροπή Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων, στο πλαίσιο της συζήτησης των σχεδίων νόμου του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας για την κύρωση συμφωνιών της Ελλάδας με την Πολωνία και την Ιταλία, που αφορούν την αμοιβαία προστασία διαβαθμισμένων πληροφοριών, επισημαίνοντας τη σημασία τους για την εθνική ασφάλεια και την κυριαρχία της χώρας.
Όπως ανέφερε, οι συμφωνίες αυτές εντάσσονται στο ευρύτερο πεδίο της διεθνούς συνεργασίας της Ελλάδας και αποκτούν αυξημένη τυπική ισχύ βάσει του άρθρου 28 του Συντάγματος. Η προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών, τόνισε, «δεν αφορά πλέον αποκλειστικά τη στρατιωτική διάσταση, αλλά εκτείνεται στην αμυντική βιομηχανία, την τεχνολογία, την καινοτομία, την επιστημονική έρευνα και ιδιαίτερα την κυβερνοασφάλεια». Υπό αυτό το πρίσμα, υπογράμμισε ότι οι συγκεκριμένες συμφωνίες απαιτούν ενδελεχή εξέταση και αυξημένη υπευθυνότητα.
Αναφερόμενος στη συμφωνία με την Πολωνία, σημείωσε ότι «θέτει ένα βασικό πλαίσιο για την ανταλλαγή διαβαθμισμένων πληροφοριών, καθορίζοντας ορολογία, επίπεδα ασφαλείας και αρμόδιες αρχές». Επισήμανε ότι καλύπτει ένα υφιστάμενο θεσμικό κενό, καθώς μέχρι σήμερα η σχετική συνεργασία πραγματοποιούνταν αποσπασματικά. Ωστόσο, παρατήρησε ότι σε αρκετά σημεία παραμένει γενική, γεγονός που δημιουργεί ερωτήματα ως προς την αποτελεσματική εφαρμογή της.
Χαρακτήρισε τη συμφωνία με την Ιταλία πιο αναλυτική, καθώς περιλαμβάνει συγκεκριμένες διαδικασίες για τη διαχείριση πληροφοριών, ρυθμίσεις για συστήματα επικοινωνίας και προβλέψεις για διαβαθμισμένες συμβάσεις και συνεργασίες. Η διεύρυνση αυτή, όπως σημείωσε, «απαιτεί αυξημένες δικλείδες ασφαλείας, ώστε να διασφαλιστεί ότι δεν θα προκύψουν συνθήκες που θα επηρεάσουν τα εθνικά συμφέροντα».
Ο βουλευτής αναφέρθηκε σε επιμέρους ασάφειες που εντοπίζονται, όπως ζητήματα καταστροφής ή αποχαρακτηρισμού πληροφοριών και οι δίαυλοι επικοινωνίας. Υπογράμμισε ότι η τεχνολογική εξέλιξη επιβάλλει συνεχή προσαρμογή των διαδικασιών, καθώς οι σύγχρονες δυνατότητες αυξάνουν τις απαιτήσεις ασφάλειας.
Παρουσιάζοντας τις βασικές συνέπειες των συμφωνιών, ανέφερε ότι δημιουργείται σαφέστερο νομικό πλαίσιο, διευκολύνεται η αμυντική και βιομηχανική συνεργασία και απλουστεύονται οι διαδικασίες σε κοινές ασκήσεις και επιχειρήσεις. Επεσήμανε ότι η θεσμική κατοχύρωση της διαβάθμισης και η ύπαρξη νομικής βάσης σε περιπτώσεις παραβίασης αποτελούν σημαντικές εξελίξεις, ενώ παραμένουν εκκρεμότητες ως προς τον καταλογισμό ευθυνών.
Παράλληλα, έκανε αναφορά στο ευρωπαϊκό πλαίσιο προστασίας διαβαθμισμένων πληροφοριών, επισημαίνοντας ότι, παρά την ύπαρξη βασικής τυποποίησης, δεν καλύπτει πλήρως τις ανάγκες και δεν υποκαθιστά τις διμερείς συμφωνίες. «Η εθνική ασφάλεια», σημείωσε, «παραμένει στην αρμοδιότητα των κρατών-μελών, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη σύναψη τέτοιων συμφωνιών».
Ολοκληρώνοντας, έθεσε συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, δίνοντας έμφαση στη διασφάλιση της εθνικής κυριαρχίας, την προστασία των εθνικών συμφερόντων, τη στήριξη της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας και την προσαρμογή στις τεχνολογικές εξελίξεις. Υπογράμμισε την ανάγκη σαφούς στρατηγικής και συστηματικής παρακολούθησης, ώστε οι συμφωνίες να λειτουργήσουν προς όφελος της χώρας.

