H υπέρβαση της πρόβλεψης για το πρωτογενές πλεόνασμα του προϋπολογισμού της Γενικής Κυβέρνησης κατά 1,1%-1,2% του ΑΕΠ ή κατά 3,1 δισ. ευρώ το 2025, την οποία ανακοίνωσε σήμερα η Eurostat για την Ελλάδα, είναι αποτέλεσμα κυρίως της υπερφορολόγησης εκατομμυρίων νοικοκυριών και εκατοντάδων χιλιάδων μικρομεσαίων επιχειρήσεων, την οποία επέβαλε η κυβέρνηση για μία ακόμη χρονιά.
Το πλεόνασμα έφθασε στο ύψος των 12,2 δισ. ευρώ ή του 4,8%-4,9% του ΑΕΠ το 2025. Πρόκειται για ένα «αιματηρό πλεόνασμα», υψηλότερο κατά 3,1 δισ. ευρώ σε σύγκριση με το προβλεφθέν (9,1 δισ. ευρώ ή 3,7% του ΑΕΠ). Το πρόσθετο αυτό πλεόνασμα των 3,1 δισ. ευρώ, μέρος του οποίου θα αξιοποιήσει τώρα η κυβερνηση για νέο πακέτο δήθεν «παροχών» προς τους πολίτες επετεύχθη κυρίως με τις εξής μεθοδεύσεις σε βάρος των ίδιων των πολιτών:
α) Με την διατήρηση των συντελεστών του ΦΠΑ στα υπέρμετρα υψηλά «μνημονιακά» επίπεδα του 24% και του 13% και την επιβολή τους επί διαρκώς αυξανόμενων τιμών σε προϊόντα ευρείας κατανάλωσης και σε υπηρεσίες υψηλής ζήτησης.
Η μεθόδευση αυτή είχε ως συνέπεια να εισπραχθούν εντός του 2025 έσοδα από τον ΦΠΑ υψηλότερα κατά 1,11 δισ. ευρώ σε σύγκριση με την πρόβλεψη του κρατικού προϋπολογισμού. Τα επιπλέον αυτά έσοδα δεν προέκυψαν από την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση, αλλά αποκλειστικά από τις υπέρμετρες ανατιμήσεις σε προϊόντα ευρείας κατανάλωσης και υπηρεσίες υψηλής ζήτησης. Με πιο απλά λόγια, η κυβέρνηση Μητσοτάκη αξιοποίησε στο έπακρο την ακρίβεια και την αισχροκέρδεια για να εμφανίσει υπεραυξημένες εισπράξεις ΦΠΑ κατά 1,1 δισ. ευρώ και να ενισχύσει μ’ αυτές το πρωτογενές πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού. Επέτρεψε την καταλήστευση εκατομμυρίων πολιτών από τα καρτέλ της ακρίβειας για να συσσωρεύσει στα κρατικά ταμεία υπερπλεόνασμα εσόδων από ΦΠΑ.
Ο ισχυρισμός Μητσοτάκη ότι η ψηφιοποίηση των συναλλαγών, η πλήρης καταγραφή τους μέσω των POS, των ηλεκτρονικών πληρωμών και του myData, συνέβαλαν στον περιορισμό της φοροδιαφυγής και στην αύξηση των εσόδων από τον ΦΠΑ είναι αβάσιμος, διότι η επίδραση των μέτρων αυτών στην αύξηση των εσόδων εξαντλήθηκε το 2024 όταν εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά πλήρως. Αντιθέτως, το 2025 καταγράφηκε αύξηση των ποσοστών φοροδιαφυγής, σύμφωνα και με πρόσφατα δημοσιευθέντα στοιχεία της ΑΑΔΕ.
β) Με τη μη τιμαριθμοποίηση της κλίμακας φορολογίας των εισοδημάτων των μισθωτών, των συνταξιούχων και των αυτοαπασχολουμένων (τη μη μεταβολή, κατά το ποσοστό αύξησης του τιμαρίθμου, του εύρους των εισοδηματικών κλιμακίων επί των οποίων εφαρμόζονται οι συντελεστές του φόρου εισοδήματος). Η μεθόδευση αυτή επέτρεψε την αύξηση της φορολογίας σε ποσοστό υπερδιπλάσιο και υπερτριπλάσιο της αύξησης των εισοδημάτων: τα εισοδήματα με τις μικρές αυξήσεις που έλαβαν ανέβηκαν σε υψηλότερα φορολογικά κλιμάκια όπου οι συντελεστές φόρου ήταν πολύ μεγαλύτεροι.
γ) Με τη συνέχιση της εφαρμογής του άδικου καθεστώτος της τεκμαρτής φορολόγησης των αυτοαπασχολουμένων, η οποία υποχρέωσε εκατοντάδες χιλιάδες ατομικές επιχειρήσεις να εμφανίσουν εξωπραγματικά αυξημένα φορολογητέα τεκμαρτά κέρδη για το 2024 προσδιοριζόμενα με βάση τον αυξημένο κατώτατο μισθό του έτους εκείνου και να πληρώσουν εντός του 2025 φόρους εισοδήματος σημαντικά αυξημένους σε σύγκριση με το 2024.
Εξαιτίας της μη τιμαριθμοποίησης της φορολογικής κλίμακας και της συνέχισης της εφαρμογής της τεκμαρτής φορολόγησης με επαχθέστερο τρόπο για τους αυτοαπασχολούμενους τα έσοδα του κράτους από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων αυξήθηκαν υπέρμετρα το 2025 και διαμορφώθηκαν σε επίπεδο υψηλότερο κατά 766 εκατ. ευρώ σε σύγκριση με την πρόβλεψη του κρατικού προϋπολογισμού του 2025.
Εν κατακλείδι, το καθεστώς Μητσοτάκη κυρίως μέσω της φοροαφαίμαξης των πολιτών, απέσπασε από αυτούς ένα πρόσθετο πλεόνασμα 3,1 δισ. ευρώ. Από αυτό όμως το υπερπλεόνασμα θα δώσει πίσω ένα μικρό μέρος και όχι σε όλους τους πολίτες από τους οποίους το απέσπασε!

