Η τοποθέτηση του βουλευτή Β2 Δυτικού Τομέα Αττικής με τη ΝΙΚΗ, Ανδρέα Βορύλλα, στην Ολομέλεια της Βουλής για την κύρωση της σύμβασης παραχώρησης των κρατικών λαχείων, ανέδειξε με ένταση τόσο το ευρύτερο θεσμικό πλαίσιο των ημερών όσο και τις σοβαρές οικονομικές και κοινωνικές προεκτάσεις της συγκεκριμένης συμφωνίας.
Η ομιλία του ξεκίνησε με σαφή αναφορά στις εξελίξεις γύρω από το κράτος δικαίου, με αιχμή την απόφαση του Αρείου Πάγου για την υπόθεση των υποκλοπών, η οποία, όπως υπογράμμισε, γεννά κρίσιμα ερωτήματα για την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης. Το ζήτημα, όπως τόνισε, δεν αφορά πρόσωπα αλλά τον ίδιο τον τρόπο λειτουργίας των θεσμών, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις διερεύνησης υποθέσεων διαφθοράς και διαχείρισης ευρωπαϊκών πόρων.
Αναφέρθηκε στις αντιδράσεις της κυβέρνησης μετά την άρση ασυλίας 13 βουλευτών που εμπλέκονται σε δικογραφίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, τονίζοντας την αντίφαση ανάμεσα στη διακηρυγμένη στήριξη του θεσμού και στις κινήσεις που, στην πράξη, τον υπονομεύουν. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην προσπάθεια αντικατάστασης Ελλήνων εντεταλμένων Ευρωπαίων εισαγγελέων σε μια κρίσιμη συγκυρία, τονίζοντας ότι μια τέτοια επιλογή δεν μπορεί να θεωρηθεί ουδέτερη ή διαδικαστική.
Ο κ. Βορύλλας έθεσε ευθέως το ερώτημα για το «ποιος ωφελείται από την απομάκρυνση εισαγγελέων που χειρίζονται κρίσιμες υποθέσεις, υπογραμμίζοντας ότι τέτοιες κινήσεις πλήττουν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και δημιουργούν την εικόνα επιλεκτικής αποδοχής τους». Σύνδεσε δε αυτή τη θεσμική στάση με τη συζήτηση για τη σύμβαση των κρατικών λαχείων, θέτοντας ως κεντρικό ζήτημα το ποιος τελικά ωφελείται από τις συγκεκριμένες επιλογές.
Αναφερόμενος στη σύμβαση, επισήμανε ότι πρόκειται για παραχώρηση αποκλειστικού δικαιώματος σε ιδιωτικό φορέα, γεγονός που δημιουργεί συνθήκες μονοπωλίου σε έναν τομέα που συνδέεται άμεσα με δημόσια έσοδα και κοινωνικές πολιτικές. Τόνισε ότι, ενώ το κράτος μπορεί να συνεργάζεται με τον ιδιωτικό τομέα, αυτό οφείλει να γίνεται με όρους που διασφαλίζουν το δημόσιο συμφέρον.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στη μείωση της ελάχιστης ετήσιας αμοιβής από 50 σε 20 εκατομμύρια ευρώ, επισημαίνοντας ότι αυτό συνεπάγεται απώλεια 360 εκατομμυρίων ευρώ για το Δημόσιο σε βάθος 12ετίας. Όπως ανέφερε, η επιλογή αυτή ενισχύει την κερδοφορία της εταιρείας εις βάρος των κρατικών εσόδων, χωρίς να υπάρχει επαρκής αιτιολόγηση.
Παράλληλα, ανέδειξε τα χαμηλά ποσοστά επιστροφής στους παίκτες, τα οποία, όπως σημείωσε, διαμορφώνονται περίπου στο 60%, χαρακτηρίζοντάς τα αποτρεπτικά και επιβαρυντικά για τους πολίτες. Πρότεινε την αύξησή τους τουλάχιστον στο 75%, ώστε να υπάρχει πιο δίκαιη αναλογία και μεγαλύτερη ανταποδοτικότητα.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ στάθηκε και στις κοινωνικές επιπτώσεις των τυχερών παιχνιδιών, επισημαίνοντας ότι «σε περιόδους οικονομικής πίεσης λειτουργούν ως ψευδής διέξοδος για τους πολίτες, οδηγώντας συχνά σε εθισμό και οικονομική επιβάρυνση των νοικοκυριών». Υπογράμμισε ότι η Πολιτεία οφείλει να θέτει όρια και να προστατεύει τους πιο ευάλωτους, αντί να ενισχύει δομές που μπορεί να επιδεινώσουν τα προβλήματα.
Κλείνοντας, τόνισε ότι με τα σημερινά δεδομένα «ο βασικός ωφελημένος της σύμβασης είναι ο παραχωρησιούχος, ενώ το Δημόσιο αναλαμβάνει τόσο τη μείωση των εσόδων όσο και πιθανούς μελλοντικούς κινδύνους». Ξεκαθάρισε ότι η ΝΙΚΗ διαφωνεί με τη σύμβαση και ζήτησε επαναδιαπραγμάτευση των όρων, επισημαίνοντας ότι το κράτος δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τα έσοδά του ως παιχνίδι τύχης.

