Η τοποθέτηση του βουλευτή Β2 Τομέα Δυτικής Αττικής της ΝΙΚΗΣ, Ανδρέα Βορύλλα, στην Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής έφερε στο προσκήνιο τις βαθιές αντιφάσεις της κυβερνητικής πολιτικής στη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας και της κοινωνικής προστασίας.
Κατά τη συζήτηση για τη σύμβαση παραχώρησης των κρατικών λαχείων, ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ έθεσε στο επίκεντρο ένα ευρύτερο ζήτημα που υπερβαίνει τα όρια του συγκεκριμένου νομοσχεδίου. Την ίδια στιγμή που η Βουλή καλείται να εγκρίνει την εκχώρηση ενός ακόμη δημόσιου εργαλείου σε ιδιωτικά συμφέροντα, η ελληνική κοινωνία βιώνει μια πρωτοφανή πίεση στο δικαίωμα της κατοικίας.
Όπως υπογράμμισε, «η εικόνα που παρουσιάζεται σε κομβικά σημεία της χώρας, με διαφημίσεις για αγορά ακινήτων από ξένους επενδυτές, αποτυπώνει μια βαθιά στρέβλωση της αγοράς. Η κατοικία μετατρέπεται σταδιακά σε επενδυτικό προϊόν, ενώ χιλιάδες ελληνικές οικογένειες αδυνατούν να εξασφαλίσουν αξιοπρεπή στέγη. Οι αυξήσεις στα ενοίκια και η εκτόξευση των τιμών οδηγούν σε σταδιακό εκτοπισμό των πολιτών, με τους νέους και τα νέα ζευγάρια να βρίσκονται αντιμέτωποι με σχεδόν απαγορευτικές συνθήκες πρόσβασης στην πρώτη κατοικία».
Στο πλαίσιο αυτό, ο Ανδρέας Βορύλλας ανέδειξε την ανάγκη άμεσης πολιτικής παρέμβασης. Η προστασία της πρώτης κατοικίας συνιστά θεμελιώδη υποχρέωση της Πολιτείας. Η απουσία ουσιαστικών μέτρων ενισχύει την ανεξέλεγκτη επενδυτική εκμετάλλευση της στέγης και υπονομεύει την κοινωνική συνοχή.
Αναφερόμενος στη σύμβαση για τα κρατικά λαχεία, ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ στάθηκε ιδιαίτερα στη σημαντική μείωση της ελάχιστης ετήσιας αμοιβής προς το Δημόσιο, η οποία από τα 50 εκατομμύρια ευρώ περιορίζεται στα 20 εκατομμύρια. Η εξέλιξη αυτή συνεπάγεται απώλειες εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ σε βάθος δωδεκαετίας, χωρίς επαρκή τεκμηρίωση, δημιουργώντας εύλογα ερωτήματα για το ποιος τελικά ωφελείται.
Παράλληλα, τόνισε ότι η παραχώρηση αποκλειστικού δικαιώματος συνιστά εγκαθίδρυση μονοπωλιακού καθεστώτος, περιορίζοντας τον ανταγωνισμό και μεταφέροντας το βάρος προστασίας του πολίτη αποκλειστικά στη ρυθμιστική επάρκεια του κράτους. Στο σημείο αυτό, επεσήμανε ότι τα προβλεπόμενα ποσοστά επιστροφής προς τους παίκτες παραμένουν χαμηλά, γεγονός που εντείνει τις ανησυχίες για τη λειτουργία της αγοράς προς όφελος του διαχειριστή και όχι της κοινωνίας.
Ο κ. Βορύλλας ξεκαθάρισε ότι η ΝΙΚΗ είναι υπέρ της επαναδιαπραγμάτευσης της σύμβασης, με στόχο την ενίσχυση των εσόδων του Δημοσίου και τη διασφάλιση δικαιότερων όρων. Παράλληλα, επανέλαβε τη σταθερή στάση του Κινήματος απέναντι σε πολιτικές που ενθαρρύνουν την εξάπλωση των τυχερών παιχνιδιών ως μέσο δημοσιονομικής ενίσχυσης, υπογραμμίζοντας τις σοβαρές κοινωνικές συνέπειες που αυτές συνεπάγονται, ιδίως για τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά.
Κλείνοντας, ο Ανδρέας Βορύλλας έθεσε το κεντρικό ερώτημα της συζήτησης: ποιος ωφελείται από τη συγκεκριμένη παραχώρηση; Με τα δεδομένα της σύμβασης, όπως τόνισε, «ο μεγάλος κερδισμένος είναι ο παραχωρησιούχος, ενώ το Δημόσιο και η κοινωνία καλούνται να επωμιστούν το κόστος».
Η ΝΙΚΗ καλεί την κυβέρνηση να αποσύρει τη σύμβαση και να προχωρήσει σε ουσιαστική αναθεώρησή της, με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον και την κοινωνική δικαιοσύνη.

