Στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος, ο Βουλευτής Λαρίσης της ΝΙΚΗΣ, Γεώργιος Ρούντας, μίλησε για τον πυρήνα της θεσμικής κρίσης που διαπερνά το πολιτικό σύστημα: τη σταδιακή μετατροπή της Βουλής σε μηχανισμό επικύρωσης κυβερνητικών αποφάσεων, την υποβάθμιση της βουλευτικής συνείδησης και την προσπάθεια της κυβέρνησης να μεταφέρει κρίσιμες συνταγματικές εγγυήσεις σε απλούς νόμους, ώστε να μπορεί να τις αλλάζει κατά πολιτική σκοπιμότητα.
Ο Γεώργιος Ρούντας έθεσε από την αρχή το ζήτημα στην πραγματική του βάση. «Αυτό θεωρούμε ότι δεν είναι δημοκρατία και δεν είναι αντιπροσώπευση», τόνισε, ξεκαθαρίζοντας ότι η ΝΙΚΗ πιστεύει στην ουσιαστική διάκριση των εξουσιών, στην εύρυθμη λειτουργία του πολιτεύματος και στην αποδέσμευση των θεσμών από τις παθογένειες της κομματοκρατίας.
Στην παρέμβασή του, ο Βουλευτής Λαρίσης στάθηκε ιδιαίτερα στη σημερινή λειτουργία της Βουλής, επισημαίνοντας ότι οι λέξεις πρέπει να αποκτήσουν ξανά το νόημά τους. «Τι σημαίνει όταν λέμε ότι η Βουλή ασκεί νομοθετική λειτουργία, ενώ δεν θεσπίζει στην πράξη τους νόμους του κράτους;», ανέφερε, καταγγέλλοντας ότι η Βουλή έχει μετατραπεί σε απλό επικυρωτή σχεδίων νόμων που υποβάλλει η κυβέρνηση.
Η πραγματικότητα που περιέγραψε είναι αποκαλυπτική. Η νομοθετική πρωτοβουλία βρίσκεται σχεδόν αποκλειστικά στα χέρια των υπουργών, ενώ οι προτάσεις νόμων των βουλευτών καταλήγουν συστηματικά στο συρτάρι. Ο Γεώργιος Ρούντας υπενθύμισε ότι η ΝΙΚΗ έχει καταθέσει σημαντικές προτάσεις νόμων, μεταξύ των οποίων και την πρόταση για την κατάργηση της επαίσχυντης Συμφωνίας των Πρεσπών, χωρίς να οδηγηθούν στις αρμόδιες επιτροπές για συζήτηση και ψήφιση.
«Δεν είναι λογικό να περιφρονείται η νομοθετική πρωτοβουλία των βουλευτών, οι οποίοι είναι κατεξοχήν οι φορείς της νομοθετικής λειτουργίας», υπογράμμισε, περιγράφοντας με καθαρό τρόπο το κενό ανάμεσα στη συνταγματική θεωρία και την κοινοβουλευτική πράξη.
Ο Βουλευτής της ΝΙΚΗΣ συνέδεσε ευθέως αυτή την παθογένεια με το άρθρο 60 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι οι βουλευτές έχουν απεριόριστο δικαίωμα γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση. Όπως σημείωσε, η ψήφος των βουλευτών, ιδίως των κομμάτων εξουσίας, εμφανίζεται στην πράξη καθοδηγούμενη μέσα από δύο βασικούς μηχανισμούς: την εσωκομματική πειθαρχία και την υπόσχεση δημοσίων αξιωμάτων.
Με χαρακτηριστική πολιτική ευθύτητα, μίλησε για το «μαστίγιο της εσωκομματικής πειθαρχίας» και για το «καρότο των δημοσίων αξιωμάτων», περιγράφοντας ένα σύστημα στο οποίο η διαφορετική γνώμη τιμωρείται, ενώ η πειθαρχία ανταμείβεται με υπουργικές θέσεις. «Είναι πραγματικά θλιβερή για την κοινωνία μας η εικόνα βουλευτών που περιμένουν στον προθάλαμο του Μαξίμου για να γίνουν υπουργοί», ανέφερε, καταγγέλλοντας την εικόνα ενός πολυπρόσωπου κυβερνητικού σχήματος που λειτουργεί ως μηχανισμός πολιτικής ανταπόδοσης.
Στο επίκεντρο της πρότασης της ΝΙΚΗΣ βρίσκεται η κατάργηση της κομματοκρατίας. Ο Γεώργιος Ρούντας ξεκαθάρισε ότι η χώρα χρειάζεται βουλευτές με πραγματική ελευθερία λόγου και ψήφου, πολίτες με ουσιαστική φωνή και θεσμούς που υπηρετούν τη δημοκρατική λειτουργία του πολιτεύματος. Στο πλαίσιο αυτό έθεσε την πρόταση το αξίωμα του βουλευτή να είναι ασυμβίβαστο με τη θέση του υπουργού, με καθαρή και οριστική λύση. «Όποιος αποκτά θέση υπουργού να παραιτείται από βουλευτής οριστικά», είπε, προσθέτοντας ότι και το υπουργικό αξίωμα πρέπει να αποτελεί κώλυμα εκλογής στη Βουλή για σημαντικό χρονικό διάστημα.
Η παρέμβασή του απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα όταν πέρασε στα άρθρα 56 και 57 του Συντάγματος, τα οποία αφορούν τα κωλύματα εκλογιμότητας και τα ασυμβίβαστα των βουλευτών. Ο Γεώργιος Ρούντας κατήγγειλε ότι η κυβερνητική πρόταση κινείται σε αντίθετη κατεύθυνση από τη θέση της ΝΙΚΗΣ, καθώς επιδιώκει να αφαιρέσει από το Σύνταγμα λεπτομερείς εγγυήσεις και να τις μεταφέρει σε κοινό νόμο.
Πίσω από αυτή την τεχνική διατύπωση κρύβεται ένα κρίσιμο πολιτικό διακύβευμα. Η κυβέρνηση επιδιώκει να απλοποιήσει το Σύνταγμα, κρατώντας γενικές αρχές και αφήνοντας τις ειδικότερες ρυθμίσεις σε νόμους που θα μπορούν να αλλάζουν ευκολότερα από την εκάστοτε πλειοψηφία. Έτσι, οι κανόνες που καθορίζουν ποιοι μπορούν να είναι υποψήφιοι, ποιοι αποκλείονται και ποια ασυμβίβαστα ισχύουν για τους βουλευτές θα περάσουν σε ένα πιο ευάλωτο θεσμικό επίπεδο.
Ο Γεώργιος Ρούντας προειδοποίησε ότι μια τέτοια επιλογή ανοίγει δρόμο για νόθευση της δημοκρατικής διαδικασίας, καθώς αφαιρεί τις ασφαλιστικές δικλίδες του Συντάγματος και δίνει μεγαλύτερη ευχέρεια στην εκάστοτε κυβέρνηση να προσαρμόζει τους κανόνες στις πολιτικές της ανάγκες. Τα άρθρα 56 και 57, όπως τόνισε, περιέχουν θεμελιώδεις εγγυήσεις ακεραιότητας του κοινοβουλευτικού συστήματος και πρέπει να παραμείνουν αναλυτικά κατοχυρωμένα στο Σύνταγμα.
Το Σύνταγμα δεν μπορεί να μετατρέπεται σε εύκαμπτο εργαλείο στα χέρια της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Η Βουλή δεν μπορεί να υποβιβάζεται σε χώρο επικύρωσης αποφάσεων του Μαξίμου. Η βουλευτική συνείδηση δεν μπορεί να εξαργυρώνεται με καρέκλες, αξιώματα και κυβερνητικά ανταλλάγματα.
Ο κ. Ρούντας έθεσε, τέλος, και την ανάγκη αυστηρότερου ελέγχου σε όσους κατέχουν δημόσια αξιώματα, με αναφορά σε πρόσωπα που συμμετέχουν σε μη φανερές οργανώσεις ή σε οργανώσεις των οποίων οι δεσμεύσεις συγκρούονται με την πίστη στο Σύνταγμα. Παράλληλα, υπογράμμισε την ανάγκη για πλήρη και διαρκή έλεγχο της περιουσιακής κατάστασης βουλευτών, υπουργών και των οικείων τους, ακόμη και μετά τη θητεία τους.

