Υπάρχουν θεσμοί που δημιουργήθηκαν για να καταγράφουν την πραγματικότητα. Το ερώτημα είναι τι συμβαίνει όταν αρχίζουν να τη διαμορφώνουν.
Οι δημοσκοπήσεις αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι κάθε σύγχρονης δημοκρατίας. Θεωρητικά, ο ρόλος τους είναι απλός. Βασικά να καταγράφουν τις τάσεις της κοινωνίας και στη συνέχεια να αποτυπώνουν τις προθέσεις των πολιτών.
Όμως, όσο αυξάνεται η επιρροή τους στον δημόσιο διάλογο, τόσο εντείνεται και ένα εύλογο ερώτημα. Μήπως καταγράφουν την πραγματικότητα ή με κάποιο τρόπο μπορούν και να τη διαμορφώσουν;
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η συζήτηση αυτή δεν είναι ούτε καινούργια ούτε αβάσιμη.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες υπήρξαν υποθέσεις που κλόνισαν την εμπιστοσύνη προς τον κλάδο. Η υπόθεση της Research 2000 προκάλεσε σοβαρές καταγγελίες περί κατασκευής δεδομένων, ανοίγοντας μια μεγάλη δημόσια συζήτηση για την αξιοπιστία των δημοσκοπήσεων, ανεξάρτητα από το ότι οι ισχυρισμοί δεν κατέληξαν σε οριστική δικαστική επιβεβαίωση.
Την ίδια στιγμή, σε πολλές χώρες έχουν καταγγελθεί οι λεγόμενες push polls. Δεν πρόκειται για πραγματικές δημοσκοπήσεις αλλά για πολιτική προπαγάνδα μεταμφιεσμένη σε έρευνα κοινής γνώμης. Αντί να καταγράφουν απόψεις, διατυπώνουν ερωτήσεις με τρόπο που εισάγει ισχυρισμούς ή υπονοούμενα για έναν υποψήφιο, με στόχο να επηρεάσουν τον πολίτη.
Από την άλλη πλευρά, η ιστορία έχει δείξει και κάτι ακόμη. Αρκετές φορές οι δημοσκοπήσεις αποδείχθηκαν απλώς λανθασμένες.
Το Brexit, οι αμερικανικές εκλογές του 2016 και οι βρετανικές εκλογές του 1992 και του 2015 αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα όπου οι προβλέψεις απείχαν σημαντικά από το αποτέλεσμα της κάλπης. Αυτό δεν αποτελεί απόδειξη χειραγώγησης. Υπενθυμίζει όμως ότι ακόμη και οι πιο έγκυρες μετρήσεις υπόκεινται σε σφάλματα, περιορισμούς και ανθρώπινες επιλογές.
Στην Ελλάδα, η συζήτηση είναι εξίσου έντονη. Κατά καιρούς, σχεδόν όλα τα μεγάλα πολιτικά κόμματα, όταν βρίσκονταν στην αντιπολίτευση, έχουν αμφισβητήσει δημοσκοπήσεις, κάνοντας λόγο για μεροληψία ή για προσπάθεια δημιουργίας πολιτικού κλίματος.
Οι σημαντικές αποκλίσεις που παρατηρήθηκαν σε ορισμένες εκλογικές αναμετρήσεις αναζωπύρωσαν τον δημόσιο διάλογο για τη μεθοδολογία, τη δειγματοληψία και την αξιοπιστία των μετρήσεων.
Παράλληλα, δεν λείπουν οι προβληματισμοί για τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται ορισμένες έρευνες. Πολίτες έχουν επισημάνει ότι σε κάποιες δημοσκοπήσεις δεν εμφανίζονται πάντοτε όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα με τον ίδιο τρόπο ή ότι ορισμένα εντάσσονται σε γενικές κατηγορίες αντί να παρουσιάζονται αυτοτελώς.
Ανεξάρτητα από το αν αυτό οφείλεται σε μεθοδολογικές επιλογές ή σε άλλους λόγους, η ίδια η ύπαρξη τέτοιων ερωτημάτων αρκεί για να αναδείξει ένα ζήτημα εμπιστοσύνης.
Και όταν τίθεται θέμα εμπιστοσύνης, η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στην ποιότητα μιας δημοσκόπησης. Πρέπει να επεκτείνεται και στον ρόλο που της έχουμε επιτρέψει να διαδραματίζει στη δημόσια ζωή.
Ωστόσο, το βασικό ερώτημα παραμένει και ίσως είναι σημαντικότερο από τις ίδιες τις καταγγελίες.
Γιατί δημοσιοποιούνται οι δημοσκοπήσεις;
Εάν ο μοναδικός τους σκοπός είναι η επιστημονική καταγραφή της κοινής γνώμης, τότε γιατί γίνονται πρωτοσέλιδα; Γιατί ανοίγουν δελτία ειδήσεων; Γιατί αποτελούν το βασικό αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης σχεδόν κάθε εβδομάδα;
Η πολιτική επιστήμη περιγράφει εδώ και δεκαετίες φαινόμενα όπως το bandwagon effect – την τάση ενός μέρους των ψηφοφόρων να συσπειρώνεται γύρω από εκείνον που εμφανίζεται νικητής – αλλά και το underdog effect, όπου κάποιοι στηρίζουν αυτόν που θεωρούν ότι αδικείται.
Με άλλα λόγια, οι δημοσκοπήσεις δεν αποτυπώνουν απλώς το πολιτικό κλίμα. Είναι πιθανό να συμβάλλουν και στη διαμόρφωσή του.
Αν λοιπόν γνωρίζουμε ότι η δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων μπορεί να επηρεάζει την ψυχολογία των πολιτών, εύλογα γεννιέται το ερώτημα:
Ποιο δημόσιο συμφέρον υπηρετεί η συνεχής προβολή τους;
Οι δημοσκοπήσεις ασφαλώς και έχουν χρησιμότητα. Τα πολιτικά κόμματα χρειάζονται εργαλεία ανάλυσης. Οι κυβερνήσεις χρειάζονται δεδομένα. Οι επιστήμονες χρειάζονται μετρήσεις. Οι κοινωνικοί ερευνητές χρειάζονται στοιχεία για να κατανοήσουν τις μεταβολές της κοινής γνώμης.
Το ερώτημα όμως δεν είναι αν οι δημοσκοπήσεις είναι χρήσιμες.
Το ερώτημα είναι αν η δημόσια δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων τους εξυπηρετεί τον ίδιο σκοπό με την έρευνα ή αν εξυπηρετεί έναν εντελώς διαφορετικό.
Καμία επιστημονική έρευνα δεν αποκτά αξία επειδή γίνεται πρωτοσέλιδο. Καμία στατιστική μέτρηση δεν γίνεται πιο αξιόπιστη επειδή αναπαράγεται στα δελτία ειδήσεων. Και καμία δημοκρατία δεν γίνεται πιο ισχυρή επειδή οι πολίτες ενημερώνονται κάθε λίγες ημέρες ποιος προηγείται και ποιος υποχωρεί.
Αντίθετα, όσο περισσότερο η πολιτική συζήτηση περιστρέφεται γύρω από ποσοστά, τόσο λιγότερος χώρος απομένει για την ουσία. Δηλαδή τις ιδέες, τα προγράμματα, τον κοινοβουλευτικό έλεγχο και τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.
Ίσως το πρόβλημα να μην είναι οι δημοσκοπήσεις.
Ίσως το πρόβλημα να είναι ότι τις έχουμε μετατρέψει από εργαλείο κοινωνικής έρευνας σε εργαλείο πολιτικής επικοινωνίας.
Και αυτό είναι ένα ζήτημα που αφορά όλους, ανεξάρτητα από το ποιο κόμμα προηγείται σήμερα ή ποιο θα προηγείται αύριο.
Γιατί οι δημοκρατικοί θεσμοί δεν πρέπει να σχεδιάζονται για να εξυπηρετούν τους εκάστοτε νικητές των δημοσκοπήσεων, αλλά για να προστατεύουν την ανεπηρέαστη κρίση των πολιτών.
Ίσως, λοιπόν, ήρθε η ώρα να ανοίξει στην Ελλάδα μια σοβαρή συζήτηση.
Όχι για το ποιος προηγείται στις δημοσκοπήσεις.
Αλλά για το αν η συνεχής δημοσιοποίησή τους προσθέτει πραγματική γνώση στον δημόσιο διάλογο ή αν τελικά τον υποκαθιστά.
Γιατί, αν ένας θεσμός έχει τη δύναμη όχι μόνο να μετρά την κοινή γνώμη αλλά και να τη διαμορφώνει, τότε η συζήτηση δεν αφορά πλέον τις ίδιες τις δημοσκοπήσεις.
Αφορά την ποιότητα της δημοκρατίας μας.

