Πρόσφατα ο Κυρ. Μητσοτάκης παρουσίασε το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026–2030, βαφτίζοντάς το ως πακέτο 23 δισ. ευρώ. Η επικοινωνιακή τακτική –για μια ακόμη φορά- χρησιμοποιήθηκε για να αλλοιώσει την πραγματική εικόνα και να αποκρύψει την άστοχη κυβερνητική πολιτική για επενδύσεις και υποδομές την τελευταία επταετία 2019-2026.
Πρώτον, το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026-30 δεν διαθέτει 23 δισ. ευρώ για νέα έργα. Ο εγκεκριμένος αρχικός προϋπολογισμός είναι 13,157 δισ. ευρώ. Τα 16,627 δισ. προκύπτουν με υπερδέσμευση 30%, δηλαδή με ένταξη έργων μεγαλύτερης αξίας από τις πραγματικά διαθέσιμες πιστώσεις. Στο άθροισμα προστίθενται και 5,8 δισ. ευρώ για έργα της περιόδου 2021–2025, τα οποία θα συνεχίσουν να χρηματοδοτούνται έως το 2028. Με αυτά τα τεχνάσματα παράγεται επικοινωνιακά το ποσό των 23 δισ. (Πράξη 32 Υπουργικού Συμβουλίου, ΦΕΚ 220 Α’ 05.12.2025).
Δεύτερον, μεγάλο μέρος του νέου ΕΠΑ είναι δεσμευμένο πριν καν ξεκινήσει. Εντάσσονται στο πρόγραμμα συνεχιζόμενα και απενταγμένα έργα, δικαστικές υποχρεώσεις, συμβάσεις παραχώρησης, συμπληρωματικές εργασίες αυτοκινητοδρόμων και μακροχρόνιες νομικές δεσμεύσεις. Δεν έχουμε, επομένως, έναν καθαρό αναπτυξιακό φάκελο 2026–2030, αλλά ένα σύστημα που φορτώνεται με ανεκτέλεστα υπόλοιπα και υποχρεώσεις του παρελθόντος (Απόφαση Μετάπτωσης 43774, ΦΕΚ 1559 Β’ 19.03.2026).
Τρίτον, η περίφημη περιφερειακή διάσταση είναι αριθμητικά προσχηματική. Η κεντρική υπόσχεση του πρωθυπουργού ότι η ανάπτυξη θα φτάσει στους «1.008 ταχυδρομικούς κώδικες» είναι ψεύτικη και ακυρώνεται από την ίδια την κατανομή των πόρων. Τα υπουργεία ελέγχουν 9,067 δισ. ευρώ, ενώ οι δεκατρείς Περιφέρειες μοιράζονται μόλις 2,5 δισ. Το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών λαμβάνει 2,577 δισ., περισσότερα από όλες μαζί τις Περιφέρειες. Η Αττική λαμβάνει 445 εκατ., ενώ η Δυτική Μακεδονία μόλις 115 εκατ. και το Βόρειο Αιγαίο 116 εκατ. Η «ανάπτυξη σε κάθε γωνιά» καταλήγει, συνεπώς, σε υπερσυγκέντρωση των αποφάσεων και των πόρων στο κεντρικό κυβερνητικό κράτος.
Τέταρτον, η κατανομή αποκαλύπτει τις πραγματικές κυβερνητικές πολιτικές προτεραιότητες. Για την Κοινωνική Συνοχή και την Οικογένεια προβλέπονται μόλις 49 εκατ. ευρώ και για την Αγροτική Ανάπτυξη μόλις 30 εκατ., για την Εργασία 79 εκατ. και για την Υγεία 247 εκατ. Αντίθετα, στα ειδικά προγράμματα προβλέπονται περίπου 600 εκατ. ευρώ για ΣΔΙΤ, δηλαδή για μακροχρόνιες συμβάσεις με ιδιωτικά επιχειρηματικά σχήματα και συμφέροντα.
Πέμπτον, το ΕΠΑ δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένους, ποσοτικοποιημένους στόχους. Δεν προσδιορίζει, για παράδειγμα, πόσες κατοικίες θα δημιουργηθούν, πόσες νέες μόνιμες θέσεις εργασίας θα προκύψουν, κατά πόσο θα μειωθεί η στεγαστική επιβάρυνση των νοικοκυριών ή πώς θα μετρηθεί η μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων. Επιπλέον, το ίδιο το πρόγραμμα προβλέπει ότι το σύστημα παρακολούθησης και οι σχετικοί δείκτες θα εξειδικευθούν σε μεταγενέστερο στάδιο. Με άλλα λόγια, εγκρίνεται ένα πρόγραμμα δισεκατομμυρίων ευρώ χωρίς να είναι εξαρχής πλήρως προσδιορισμένο το πλαίσιο με το οποίο θα αξιολογηθεί η επίτευξη των διακηρυγμένων στόχων του.
Περαιτέρω να σημειώσουμε ότι ένας από τους κύριους παράγοντες κατάρρευσης του ΑΕΠ την περίοδο της κρίσεως -2008 και μετά- υπήρξαν οι κεφαλαιακές απώλειες οι οποίες πυροδοτήθηκαν από την κατάρρευση των επενδύσεων. Ήδη από το 2008 ο Ακαθάριστος Σχηματισμός Παγίου Κεφαλαίου κατέρρευσε με αποτέλεσμα οι επενδύσεις όχι μόνον να μην επαρκούν να δημιουργήσουν νέο κεφάλαιο αλλά να μην μπορούν να καλύψουν ούτε την απόσβεση του υπάρχοντος κεφαλαίου. Το 2017 η κατάρρευση των επενδύσεων ανακόπηκε ενώ μόλις το 2022 άρχισαν να καλύπτονται οι αποσβέσεις. Ασφαλώς καθοριστικό ρόλο σε αυτό -από το 2021 και μετά- διαδραμάτισε το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας το οποίο όμως λήγει την 31η Αυγούστου 2026. Το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής υπολόγισε πως χωρίς τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης των επενδύσεων θα είχε διαμορφωθεί στο 4,0% αντί του 6,6% την περίοδο 2017-2024.
Σύμφωνα με οικονομετρικό μοντέλο του ΓΠΒ αν οι επενδύσεις συνεχίζονται να αυξάνονται με ρυθμό 4% ετησίως χωρίς πλέον την στήριξη των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης τότε το κεφαλαιακό απόθεμα της χώρας μας δεν θα επιστρέψει στο επίπεδο του 2007 πριν από το 2035. Αυτό καταδεικνύει την αδήριτη ανάγκη χρηματοδότησης των επενδύσεων κάτι το οποίο δεν έχει επιλέξει ούτε δρομολογήσει η παρούσα κυβέρνηση. Κάτι που άλλωστε πολύ καλά γνωρίζει αφού στον Πολυετή Δημοσιονομικό Προγραμματισμό 2026-29 καταγράφεται η εκτίμηση για τον Ακαθάριστο Σχηματισμό Παγίου Κεφαλαίου από 5,7% το 2025 σε κατάρρευση του 0,9% το 2028 και 0,8% το 2029.
Αντώνης Καλόγηρος
Οικονομολόγος
Υπεύθυνος Ομάδας Οικονομικών ΝΙΚΗΣ



