Με αιχμηρή παρέμβαση στη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων, κατά την επεξεργασία του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για την κύρωση της σύμβασης παραχώρησης του Διεθνούς Αερολιμένα Καλαμάτας, ο βουλευτής Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών της ΝΙΚΗΣ, Ανδρέας Βορύλλας, έθεσε στο επίκεντρο το κρίσιμο ζήτημα της διαφάνειας, της δημόσιας λογοδοσίας και της πραγματικής προστασίας του δημοσίου συμφέροντος.
Ο κ. Βορύλλας ξεκαθάρισε από την αρχή ότι η συζήτηση δεν αφορά μια απλή τεχνική ή διαχειριστική σύμβαση. Αφορά μια παραχώρηση μεγάλης διάρκειας, που αγγίζει μια περιφερειακή υποδομή με ιδιαίτερη σημασία για τη Μεσσηνία, την Πελοπόννησο και τη χώρα. Όπως τόνισε, το αεροδρόμιο της Καλαμάτας δεν είναι απλώς μια αεροπορική εγκατάσταση, καθώς συνδέεται και με τη στρατιωτική διάσταση της περιοχής.
«Το Διεθνές Αεροδρόμιο Καλαμάτας δεν αποτελεί απλώς μία αεροπορική εγκατάσταση. Είναι παράλληλα και μία στρατιωτική αεροπορική βάση», ανέφερε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι τέτοιες υποδομές δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται με λογικές απλής εμπορικής εκμετάλλευσης.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ στάθηκε ιδιαίτερα στον ρόλο του αεροδρομίου ως βασικής πύλης εισόδου στη Μεσσηνία και ως κρίσιμου αναπτυξιακού κόμβου για ολόκληρη τη νοτιοδυτική Πελοπόννησο. Η λειτουργία του, όπως σημείωσε, επηρεάζει άμεσα τον τουρισμό, τις εξαγωγές, τις τοπικές επιχειρήσεις, τον πρωτογενή τομέα και τελικά την ίδια την ανταγωνιστικότητα της περιφέρειας.
Η Μεσσηνία, υπενθύμισε, έχει τα τελευταία χρόνια διαμορφώσει μια δυναμική αναπτυξιακή πορεία, η οποία συνδέεται με την αναβάθμιση του τουριστικού προϊόντος, την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της περιοχής και σημαντικές ιδιωτικές πρωτοβουλίες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την ανάπτυξη της Costa Navarino από τον όμιλο Κωνσταντακόπουλου.
Ωστόσο, ο Ανδρέας Βορύλλαw ξεκαθάρισε πως η αναβάθμιση ενός αεροδρομίου δεν αρκεί από μόνη της για να χαρακτηριστεί μια παραχώρηση επιτυχημένη. «Ένα σύγχρονο αεροδρόμιο από μόνο του δεν αρκεί», είπε, επισημαίνοντας ότι απαιτούνται οδικές συνδέσεις, λιμενικές υποδομές, τουριστικές επενδύσεις, στήριξη της παραγωγής και διασύνδεση με τις εξαγωγικές επιχειρήσεις.
Ο κ. Βορύλλας επισήμανε ότι η επιτυχία της επένδυσης δεν θα κριθεί από τους αριθμούς που θα παρουσιαστούν σήμερα στα χαρτιά, ούτε μόνο από τους δείκτες επιβατικής κίνησης. Θα κριθεί από το αν θα δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας, από το αν οι νέοι θα μπορέσουν να μείνουν στον τόπο τους, από το αν θα ενισχυθούν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις της Μεσσηνίας και από το αν ο πρωτογενής τομέας θα αποκτήσει πραγματική εξαγωγική διέξοδο.
«Εκεί τελικά θα κριθεί αν η επένδυση πέτυχε τον αναπτυξιακό της σκοπό», τόνισε.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο άρθρο 3 της σύμβασης, το οποίο προσδιορίζει το αντικείμενο της παραχώρησης. Όπως υπογράμμισε, δεν πρόκειται για μια απλή ανάθεση λειτουργίας, καθώς ο παραχωρησιούχος αναλαμβάνει ένα ευρύ πλέγμα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που περιλαμβάνει τη διοίκηση, διαχείριση, λειτουργία, συντήρηση, ανάπτυξη, επέκταση και εμπορική εκμετάλλευση του Διεθνούς Αερολιμένα Καλαμάτας.
Ακόμη πιο κρίσιμη χαρακτήρισε τη διάρκεια της παραχώρησης. Η σύμβαση έχει χρονικό ορίζοντα 40 ετών, ενώ μαζί με τη μεταβατική περίοδο φτάνει συνολικά τα 42 έτη. Πρόκειται για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει μια ολόκληρη γενιά και, κατά συνέπεια, απαιτεί ισχυρούς μηχανισμούς ελέγχου.
«Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πόσο διαρκεί η παραχώρηση. Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι συμβαίνει κατά τη διάρκειά της», ανέφερε, θέτοντας στο τραπέζι τα ουσιώδη ζητήματα: αν οι υποχρεωτικές επενδύσεις θα υλοποιηθούν στην ώρα τους, αν οι υπηρεσίες προς τους επιβάτες θα αναβαθμίζονται συνεχώς, αν θα τηρούνται οι κανόνες ασφάλειας, συντήρησης και περιβαλλοντικής προστασίας και αν το Δημόσιο θα έχει πραγματικά εργαλεία παρέμβασης όταν υπάρχουν αποκλίσεις.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ στάθηκε στο άρθρο 18 και στο Παράρτημα 12, που καθορίζουν τις υποχρεωτικές μελέτες, τα σχέδια εφαρμογής, τις τεχνικές προδιαγραφές και τα χρονοδιαγράμματα υλοποίησης των έργων. Όπως είπε, εκεί βρίσκεται ο πραγματικός πυρήνας της σύμβασης, διότι εκεί μετατρέπονται οι επενδυτικές υποσχέσεις σε συγκεκριμένες συμβατικές υποχρεώσεις.
«Δεν πρόκειται απλώς για μια τεχνική διαδικασία», σημείωσε, τονίζοντας ότι οι μεγαλύτερες καθυστερήσεις στις παραχωρήσεις συχνά εμφανίζονται στο στάδιο των μελετών, των αδειοδοτήσεων και της κατασκευής.
Ο Ανδρέας Βορύλλας άσκησε σαφή πίεση για πρόσθετη θεσμική εγγύηση, επισημαίνοντας ότι η σύμβαση προβλέπει τεχνικό έλεγχο, αλλά δεν προβλέπει αντίστοιχη υποχρέωση δημόσιας λογοδοσίας προς τη Βουλή. Για τον λόγο αυτό ζήτησε ετήσια κατάθεση έκθεσης προόδου στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων, ώστε να υπάρχει διαρκής κοινοβουλευτική εποπτεία.
«Σε μία παραχώρηση διάρκειας 40 ετών, η ετήσια κατάθεση έκθεσης προόδου στη Βουλή θα ενίσχυε τη διαφάνεια και θα διευκόλυνε τον κοινοβουλευτικό έλεγχο», ανέφερε.
Σκληρή ήταν και η αναφορά του στο οικονομικό μοντέλο της παραχώρησης. Ο κ. Βορύλλας αναγνώρισε ότι το άρθρο 29 προβλέπει ένα μεικτό σύστημα οικονομικού ανταλλάγματος, με προκαταβολικό τίμημα, σταθερές ετήσιες καταβολές, μεταβλητό αντάλλαγμα και ελάχιστο εγγυημένο ετήσιο αντάλλαγμα. Όμως ξεκαθάρισε ότι η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντληθεί στη δομή των πληρωμών.
Το πραγματικό ζήτημα, όπως είπε, είναι οι οικονομικές παραδοχές πάνω στις οποίες βασίστηκε το μοντέλο. Ποιος ρυθμός αύξησης επιβατικής κίνησης προβλέπεται; Ποιες εκτιμήσεις υπάρχουν για τις εμπορικές δραστηριότητες; Με ποια μεθοδολογία αποτιμήθηκε η παραχώρηση; Πώς προεξοφλήθηκαν οι μελλοντικές ταμειακές ροές;
«Η διαφάνεια στις οικονομικές παραδοχές δεν αποδυναμώνει τη διαπραγματευτική θέση του Δημοσίου. Ενισχύει την αξιοπιστία των αποφάσεών του», υπογράμμισε.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ αναφέρθηκε και στη συμμετοχή της Ελληνικής Εταιρείας Συμμετοχών και Περιουσίας, η οποία αποκτά ποσοστό 10% στην εταιρεία παραχώρησης και συμμετέχει στη χρηματοδότηση κατά την κατασκευαστική περίοδο. Όπως επισήμανε, η συμμετοχή αυτή μπορεί να λειτουργήσει θετικά, εφόσον όμως συνοδεύεται από καθαρούς κανόνες, πλήρη διαφάνεια και σαφή εταιρική διακυβέρνηση.
Ζήτησε να αποσαφηνιστούν η εκπροσώπηση της ΕΕΣΥΠ στα όργανα διοίκησης, η πολιτική μερισμάτων, η στάση της σε πιθανές αυξήσεις κεφαλαίου και ο τρόπος άσκησης των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη συμμετοχή της.
Κλείνοντας, ο Ανδρέας Βορύλλας ξεκαθάρισε ότι η ΝΙΚΗ αναγνωρίζει την ανάγκη αναβάθμισης του αεροδρομίου και τη σημασία της ιδιωτικής τεχνογνωσίας, όμως δεν δίνει λευκή επιταγή σε καμία κυβέρνηση και σε καμία σύμβαση που δεσμεύει το Δημόσιο για δεκαετίες.
«Η επιτυχία της παραχώρησης δεν θα κριθεί σήμερα με την ψήφιση του σχεδίου νόμου. Θα κριθεί τα επόμενα 40 χρόνια», τόνισε, στέλνοντας σαφές μήνυμα ότι η ΝΙΚΗ θα παρακολουθεί στενά την υλοποίηση, τα χρονοδιαγράμματα, τις δεσμεύσεις και την προστασία του δημοσίου συμφέροντος.

