Ο Κομνηνός Δελβερούδης έβαλε στο στόχαστρο τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο νομοθετεί η κυβέρνηση, καταγγέλλοντας ότι πίσω από ένα ακόμη νομοσχέδιο του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης αφήνονται κρίσιμες αποφάσεις για αργότερα, μέσω υπουργικών αποφάσεων, ενώ στη Βουλή απομένει ο ρόλος της τυπικής επικύρωσης. Ο βουλευτής Πιερίας της ΝΙΚΗΣ μίλησε ανοιχτά για «κομπαρσοποίηση του Κοινοβουλίου» και ξεδίπλωσε μία σειρά σοβαρών ενστάσεων για τα πρόστιμα στους αλιείς, τη γραφειοκρατία στις υδατοκαλλιέργειες, τα εισοδηματικά κριτήρια για τους αγρότες, τη διαχείριση των επιζωοτιών και, κυρίως, για τη ρύθμιση που αφορά τις αγροτικές ενισχύσεις της περιόδου 2018-2022.
«Σε πολλές περιπτώσεις παραπέμπεται η ουσιαστική εφαρμογή του νόμου σε μεταγενέστερες υπουργικές αποφάσεις», τόνισε, επισημαίνοντας ότι με αυτή την πρακτική περιορίζεται ο κοινοβουλευτικός έλεγχος και οι πολίτες καλούνται να συμμορφωθούν με ένα πλαίσιο του οποίου κρίσιμοι κανόνες θα καθοριστούν μετά την ψήφιση του νόμου.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ χρησιμοποίησε μάλιστα μία ιδιαίτερα σκληρή έκφραση, κάνοντας λόγο για «κομπαρσοποίηση του Κοινοβουλίου», το οποίο, όπως είπε, «καταντά ένα όργανο δευτέρας διαλογής», την ώρα που το πραγματικό κανονιστικό έργο περνά στα χέρια της εκτελεστικής εξουσίας.
Ξεκαθάρισε ότι η ανάγκη για ένα σύγχρονο πλαίσιο προστασίας των αλιευτικών πόρων είναι δεδομένη, έθεσε όμως το βασικό ερώτημα για το κατά πόσο οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις υπηρετούν τον σκοπό αυτό ή δημιουργούν ένα ακόμη πιο σύνθετο διοικητικό περιβάλλον. «Ένα νομοσχέδιο δεν κρίνεται μόνο από τους στόχους που διακηρύσσει, αλλά και από το αν οι ρυθμίσεις του είναι εφαρμόσιμες και αποτελεσματικές», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο νέο σύστημα ελέγχου της αλιείας και στα ψηφιακά εργαλεία, εκφράζοντας σοβαρές επιφυλάξεις για το κατά πόσο οι αρμόδιες υπηρεσίες διαθέτουν επαρκές προσωπικό, εκπαίδευση και μέσα. «Δεν αρκεί να δημιουργούμε νέα μητρώα, ηλεκτρονικές διαδικασίες και νέες υποχρεώσεις, εάν δεν ενισχυθούν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί», προειδοποίησε.
Στο στόχαστρό του βρέθηκε και η αυστηροποίηση των διοικητικών κυρώσεων, την οποία χαρακτήρισε έναν ακόμη δρόμο «οικονομικής αφαίμαξης των πολιτών», σε μία περίοδο κατά την οποία τα νοικοκυριά και οι επαγγελματίες πιέζονται οικονομικά. Όπως επισήμανε, οι προβλεπόμενες κυρώσεις δεν διαχωρίζουν με την απαιτούμενη σαφήνεια τις σοβαρές παραβάσεις από τις τυπικές διοικητικές παραλείψεις, δημιουργώντας ζήτημα αναλογικότητας και ασφάλειας δικαίου.
Αντίστοιχα αυστηρός ήταν απέναντι στις ρυθμίσεις για τις υδατοκαλλιέργειες. Ο Κομνηνός Δελβερούδης αναγνώρισε ότι έννοιες όπως η υδρανάπαυση και η πολυτροφική υδατοκαλλιέργεια ανταποκρίνονται στις σύγχρονες επιστημονικές εξελίξεις, έθεσε όμως ευθέως το ερώτημα εάν οι νέες διαδικασίες αδειοδότησης και μετεγκατάστασης θα διευκολύνουν πραγματικά τις επενδύσεις ή θα προσθέσουν νέα γραφειοκρατικά εμπόδια, ιδιαίτερα για τις μικρές οικογενειακές μονάδες.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε και στην κατάργηση της βιντζότρατας, επισημαίνοντας ότι μία τέτοια επιλογή έχει σοβαρές οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες για παράκτιες περιοχές και επαγγελματίες που ζουν από αυτή τη δραστηριότητα.
«Εάν η Πολιτεία προχωρεί στην οριστική κατάργηση ενός αλιευτικού εργαλείου, οφείλει να παρουσιάσει ένα σχέδιο οικονομικής στήριξης, επανεκπαίδευσης και εναλλακτικών επαγγελματικών δυνατοτήτων για όσους πλήττονται», είπε, προειδοποιώντας ότι διαφορετικά μία περιβαλλοντική πολιτική μπορεί να προκαλέσει οικονομικό αδιέξοδο σε συγκεκριμένες κατηγορίες αλιέων.
Αντίστοιχη ήταν η ένστασή του για τον διαχωρισμό των αλιευτικών συλλόγων ανά αλιευτικό εργαλείο. Σύμφωνα με τον βουλευτή της ΝΙΚΗΣ, μία τέτοια ρύθμιση οδηγεί σε πολυκερματισμό και αποδυνάμωση της συλλογικής εκπροσώπησης ενός κλάδου που ήδη αντιμετωπίζει κοινά και σοβαρά προβλήματα.
Σημαντικό μέρος της τοποθέτησής του αφορούσε το Μητρώο Αγροτών και τα εισοδηματικά κριτήρια για τη διατήρηση της ιδιότητας του επαγγελματία αγρότη. Ο Κομνηνός Δελβερούδης υπογράμμισε ότι πολλοί παραγωγοί με μικρές εκμεταλλεύσεις αναγκάζονται να συμπληρώνουν το εισόδημά τους από άλλες νόμιμες δραστηριότητες.
«Αυτό δεν σημαίνει ότι στην πράξη δεν ασκούν αγροτική δραστηριότητα, ότι δεν καλλιεργούν τα χωράφια τους ή δεν εκτρέφουν τα ζώα τους», ανέφερε, ζητώντας αντίστοιχα σαφή πρόβλεψη και για τους συνταξιούχους αγρότες.
Στο ζήτημα των επιζωοτιών και της διαχείρισης της ευλογιάς των αιγοπροβάτων ο βουλευτής Πιερίας ανέβασε ακόμη περισσότερο τους τόνους. Κατήγγειλε ότι με το άρθρο 51 επιχειρείται να εμπλακεί προσωπικό διαφορετικών ειδικοτήτων σε διαδικασίες όπως η επίβλεψη θανατώσεων και η καταμέτρηση ζωικού κεφαλαίου.
«Θέλετε να μετακυλήσετε το βάρος των ευθυνών σας σε ανθρώπους που όταν προσλήφθηκαν σε αυτές τις υπηρεσίες δεν είχαν φανταστεί ότι θα μετρούν πρόβατα ή ότι θα τα θανατώνουν», είπε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα κατηγόρησε την κυβέρνηση για πολιτική που έχει οδηγήσει την κτηνοτροφία σε εξαιρετικά δύσκολη θέση και επανέλαβε τη θέση της ΝΙΚΗΣ κατά της μαζικής θανάτωσης ζώων, ζητώντας μαζικούς εργαστηριακούς ελέγχους, επιστημονική επαναξιολόγηση του στοχευμένου εμβολιασμού και άμεσες, πλήρεις αποζημιώσεις των κτηνοτρόφων.
Αναφορά έκανε και στο χρόνιο πρόβλημα των ελληνοποιήσεων και της νοθείας του μελιού, σημειώνοντας ότι οι μελισσοκόμοι θέτουν σταθερά ως βασικό τους πρόβλημα την αδυναμία πραγματικής ιχνηλασιμότητας, ιδιαίτερα στο εισαγόμενο μέλι. Όπως τόνισε, απαιτείται ουσιαστική θεσμική και εργαστηριακή θωράκιση της αλυσίδας εφοδιασμού.
Το πιο αιχμηρό σημείο της παρέμβασής του αφορούσε το άρθρο 74 και την εκκαθάριση Ενιαίων Αιτήσεων Ενίσχυσης των ετών 2018-2022 χωρίς να λαμβάνονται υπόψη δεδομένα των δασικών χαρτών.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ υπογράμμισε ότι πρόκειται για διάταξη που, σύμφωνα με την τοποθέτησή του, δεν υπήρχε στη δημόσια διαβούλευση και συνέδεσε το επίμαχο χρονικό διάστημα με τις έρευνες για παράνομες αγροτικές επιδοτήσεις.
«Εάν το κράτος αγνοήσει τους δασικούς χάρτες, κινδυνεύουν να πληρωθούν αναδρομικά εκτάσεις που δεν ήταν ποτέ γεωργικές», προειδοποίησε, κάνοντας λόγο για ένα «νομικό παραθυράκι» με σοβαρό δημοσιονομικό και ευρωπαϊκό κίνδυνο.
Και έκλεισε την παρέμβασή του με ένα ερώτημα που έμεινε να αιωρείται προς την ηγεσία του Υπουργείου:
«Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή γνωρίζει ότι θα δώσετε αναδρομικά ενισχύσεις αγνοώντας τους δασικούς χάρτες και μάλιστα για χρονική περίοδο που βρίσκεται στο επίκεντρο των ερευνών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας;»

