Ο αντιπρόεδρος της ΝΙΚΗΣ και βουλευτής Λαρίσης, Γεώργιος Ρούντας, κατήγγειλε κατά την ομιλία του στην Ολομέλεια της Βουλής, ότι η κυβερνητική πρόταση για τη συνταγματική αναθεώρηση δεν αποσκοπεί στην ενίσχυση της Δημοκρατίας και της λαϊκής κυριαρχίας, αλλά στη συνταγματική κατοχύρωση του πρωθυπουργοκεντρικού κράτους και στην εδραίωση της κυβερνητικής εξουσίας.
Ο Γεώργιος Ρούντας ξεκαθάρισε από την αρχή ότι το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι η πραγματοποίηση μιας ακόμη αναθεώρησης για επικοινωνιακούς και κομματικούς λόγους.
«Το θέμα δεν είναι απλά να γίνει άλλη μία αναθεώρηση, απλά για να γίνει μία αναθεώρηση. Είναι αν το Ελληνικό Σύνταγμα θα συνεχίσει να αποτελεί μία ασπίδα του πολίτη απέναντι στην εκάστοτε εξουσία ή αν θα ευτελιστεί και θα γίνει εργαλείο νομιμοποίησης μιας διαρκώς αυξανόμενης κρατικής ισχύος στα χέρια της εκάστοτε αυταρχικής κυβέρνησης», τόνισε.
Υπογράμμισε ότι το Σύνταγμα αποτελεί τον καταστατικό χάρτη του πολιτεύματος και τον ανώτατο νόμο του κράτους, ο οποίος οφείλει να προστατεύει τον πολίτη ακριβώς στις περιόδους κατά τις οποίες η εκτελεστική εξουσία επιχειρεί να υπερβεί τα όριά της.
«Το Σύνταγμα δεν γράφεται για τις εύκολες εποχές. Γράφεται για τις δύσκολες εποχές. Γράφεται για τη στιγμή που η εκάστοτε εκτελεστική εξουσία θα θελήσει να υπερβεί τα όριά της και να κάνει κατάχρηση εξουσίας εις βάρος του λαού, του έθνους και της ιστορικής και πολιτικής του πορείας», ανέφερε.
Ο αντιπρόεδρος της ΝΙΚΗΣ σημείωσε ότι, μισό αιώνα μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, η δημοκρατική λειτουργία και η απονομή της Δικαιοσύνης παραμένουν εθνικά ζητούμενα, καθώς η εμπιστοσύνη των πολιτών προς το πολιτικό σύστημα υποχωρεί και η αποχή διευρύνεται.
Κατηγόρησε τα κόμματα της μεταπολιτευτικής κομματοκρατίας και ιδιαίτερα όσα κυβέρνησαν ότι αποδείχθηκαν ανίκανα και απρόθυμα να εκπροσωπήσουν ουσιαστικά την ελληνική κοινωνία.
«Η λαϊκή δυσφορία για την κοινώς διαπιστούμενη δυσλειτουργία του αντιπροσωπευτικού συστήματος συνεχώς αυξάνει. Τα μέχρι τώρα κόμματα της μεταπολιτευτικής κομματοκρατίας, ιδίως αυτά που κυβέρνησαν, αποδείχθηκαν αδύναμα και απρόθυμα να εκπροσωπήσουν πλήρως και ουσιαστικά όλες τις κοινωνικές δυνάμεις της Ελλάδος», σημείωσε.
Παρά τις κυβερνητικές διακηρύξεις περί θεσμικής προόδου και δημοκρατικής ποιότητας, ο Γεώργιος Ρούντας επισήμανε ότι η καθημερινή εμπειρία των Ελλήνων αποκαλύπτει αυταρχισμό, θεσμική υποβάθμιση, έλλειψη λογοδοσίας και συστηματική παραβίαση της διάκρισης των εξουσιών.
Αναφέρθηκε επίσης στην προσβολή των ανεξάρτητων αρχών, στην προσπάθεια ελέγχου της ελευθερίας της έκφρασης και του Τύπου, στην απουσία δημοκρατικής πολιτικής παιδείας, στην περιορισμένη συμμετοχή των πολιτών και στη συνεχή περιστολή κοινωνικών και ατομικών ελευθεριών.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην ψηφιακή μετάβαση, την οποία χαρακτήρισε ανεξέλεγκτη, βίαιη και επικίνδυνη για όσους αρνούνται να προσαρμοστούν στις κυβερνητικές επιταγές.
«Η κυβέρνηση έχει ταυτίσει το εθνικό συμφέρον με το προσωπικό και κομματικό της συμφέρον, θεωρώντας ότι το κράτος είναι λάφυρο και όχι δημόσιος χώρος για κάθε Έλληνα», υπογράμμισε.
Κατά τον αντιπρόεδρο της ΝΙΚΗΣ, η ίδια η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νοοτροπίας που επικρατεί, καθώς πραγματοποιήθηκε σε ασφυκτικά σύντομο χρονικό διάστημα, χωρίς τον απαιτούμενο θεσμικό και κοινωνικό διάλογο.
«Είναι μία πολύ σοβαρή και βαθιά διαδικασία, την οποία θυσιάσατε στον βωμό της πολιτικής σας επιβίωσης, για να κερδίσετε χρόνο παραμονής στην εξουσία και να εξωραΐσετε την εικόνα σας λόγω των σκανδάλων σας», ανέφερε.
Η ΝΙΚΗ, όπως τόνισε, είχε ζητήσει περισσότερο χρόνο, ώστε να αναλυθούν σε βάθος οι προτάσεις και να υπάρξει ένας ουσιαστικός διάλογος μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων.
«Η πρόταση της κυβέρνησης είναι μία προσπάθεια να καθιερώσει συνταγματικά την εξουσία της, με σκοπό την άλωση του κράτους και την εδραίωση του δικού της καθεστώτος. Στοχεύει στη στερέωση του πρωθυπουργοκεντρικού κράτους», κατήγγειλε.
Αναφερόμενος στο άρθρο 5 και στην τεχνητή νοημοσύνη, ο Γεώργιος Ρούντας χαρακτήρισε υποκριτική την επίκληση της προστασίας της ελευθερίας του ατόμου από μία κυβέρνηση που προωθεί τον Προσωπικό Αριθμό, το ψηφιακό φακέλωμα και τον αποκλεισμό των διαφωνούντων από βασικές κοινωνικές λειτουργίες.
«Για ποια ελευθερία του ατόμου μιλάτε; Η κυβέρνησή σας προωθεί εντελώς αυταρχικά τον Προσωπικό Αριθμό και το ψηφιακό φακέλωμα και απειλεί τους Έλληνες ότι θα τους πετάξει εκτός κοινωνίας αν δεν συμφωνήσουν με αυτή τη ρύθμιση», δήλωσε.
Υπενθύμισε επίσης τον υποχρεωτικό εμβολιασμό και τα περιοριστικά μέτρα που επιβλήθηκαν κατά την περίοδο της πανδημίας, επισημαίνοντας ότι η κυβέρνηση αγνόησε το δικαίωμα επιλογής, την αρχή της αναλογικότητας και τις αντιδράσεις χιλιάδων πολιτών.
Κατήγγειλε ακόμη τις απαγορεύσεις που επιβλήθηκαν στην ορθόδοξη λατρεία, τις διώξεις ιερέων και πιστών και τη σημερινή προσπάθεια κυβερνητικών στελεχών να εμφανιστούν προεκλογικά ως υπερασπιστές της Εκκλησίας.
Για την προτεινόμενη προστασία της ελληνικής γλώσσας και της ελληνικής σημαίας, ο βουλευτής Λαρίσης κάλεσε την κυβέρνηση να αποδείξει εμπράκτως το ενδιαφέρον της, φέρνοντας προς ψήφιση την πρόταση νόμου της ΝΙΚΗΣ για την κατάργηση της Συμφωνίας των Πρεσπών.
«Αν νοιάζεστε πραγματικά για την ελληνική γλώσσα, φέρτε προς ψήφιση την πρόταση νόμου της ΝΙΚΗΣ για την κατάργηση της επαίσχυντης και προδοτικής Συμφωνίας των Πρεσπών, με την οποία ο κ. Τσίπρας παραχώρησε στους Σκοπιανούς γλώσσα και εθνικότητα», τόνισε.
Έφερε παράλληλα στη Βουλή τις δολοφονίες του Αριστοτέλη Γκούμα και του Κωνσταντίνου Κατσίφα, ζητώντας απαντήσεις για την προστασία των δικαιωμάτων της ελληνικής εθνικής μειονότητας στη Βόρειο Ήπειρο.
«Ο Αριστοτέλης Γκούμας δολοφονήθηκε γιατί μιλούσε ελληνικά. Ο Κωνσταντίνος Κατσίφας δολοφονήθηκε γιατί ύψωσε την ελληνική σημαία. Τι έχετε κάνει μέχρι σήμερα; Μπορούν οι αδελφοί μας στη Βόρειο Ήπειρο να μιλούν ελεύθερα ελληνικά και να υψώνουν την ελληνική σημαία;», ρώτησε.
Ο Γεώργιος Ρούντας εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση στην κυβέρνηση για την προώθηση της λεγόμενης woke ατζέντας και της ιδεολογίας γύρω από τα ζητήματα φύλου και οικογένειας.
«Είστε η σύγχρονη ύπουλη κερκόπορτα μέσα από την οποία η νέα εποχή ισοπεδώνει όλες τις αξίες της χώρας», ανέφερε, κατηγορώντας τη Νέα Δημοκρατία για βαθύ πολιτικό, ιδεολογικό και ταυτοτικό διχασμό.
«Άλλο λέτε ότι είστε, άλλο υποστηρίζετε και άλλο προωθείτε με τις πολιτικές σας. Όπως μία κουρελού αποτελείται από διάφορα άσχετα κομμάτια, το ίδιο κάνετε και εσείς, αποκλειστικά στον βωμό της ψηφοθηρίας», είπε.
Για το άρθρο 16 και τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, ο αντιπρόεδρος της ΝΙΚΗΣ επισήμανε ότι η υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα της Παιδείας αποτελεί ρητή συνταγματική υποχρέωση.
«Το “απαγορεύεται” σημαίνει “απαγορεύεται”. Όσες ρητορείες και σοφιστείες κι αν χρησιμοποιήσετε, δεν μπορεί να μετατραπεί σε “επιτρέπεται”», ξεκαθάρισε.
Αναφερόμενος στο άρθρο 29 και στη λειτουργία των πολιτικών κομμάτων, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι επιχειρεί να αποκτήσει τη δυνατότητα να καθορίζει μέσω νόμου τις προϋποθέσεις ίδρυσης και λειτουργίας των κομμάτων.
Παράλληλα, επισήμανε ότι η κυβέρνηση που συνδέθηκε με το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων και με την παρακολούθηση ακόμη και υπουργών της δεν μπορεί να εμφανίζεται ως εγγυήτρια της δημοκρατικής λειτουργίας.
«Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός σας παρακολουθούσε και δεν αντέδρασε κανένας σας. Στελέχη σας έχουν εισαγάγει όρους μαφίας στον δημόσιο πολιτικό λόγο, αποκαλώντας τον Πρωθυπουργό “αφεντικό”. Αυτά είναι πρωτάκουστα», ανέφερε.
Για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τόνισε ότι η αλλαγή της διάρκειας της θητείας του έχει ελάχιστη σημασία, όσο ο θεσμός παραμένει απογυμνωμένος από ουσιαστικές αρμοδιότητες.
Υπενθύμισε ότι η αναθεώρηση του 1986 άνοιξε τον δρόμο για την υπερσυγκέντρωση εξουσίας στο πρόσωπο του Πρωθυπουργού και για την αποδυνάμωση των θεσμικών αντιβάρων.
«Το 1986 εγκαθιδρύθηκε ένα φαύλο πρότυπο υπερβολικής πρωθυπουργικής κυριαρχίας, στο οποίο ο πολίτης δεν υπάρχει πουθενά. Αυτό το πρότυπο συνεχίζετε να εφαρμόζετε», τόνισε.
Σκληρή ήταν η κριτική του και για τη δυνατότητα διάλυσης της Βουλής με πρόσχημα την ανανέωση της λαϊκής εντολής.
«Δίνετε στον εαυτό σας τη δυνατότητα να διαλύει τη Βουλή όποτε θέλει, για να αιφνιδιάζει τους πολιτικούς αντιπάλους με την ψευδεπίγραφη αιτιολογία της ανανέωσης της λαϊκής εντολής», σημείωσε.
Για την επιστολική ψήφο στο εσωτερικό της χώρας προειδοποίησε ότι δημιουργούνται σοβαρά ζητήματα ασφαλείας και μυστικότητας της ψήφου, ενώ χαρακτήρισε την κυβερνησιμότητα πρόσχημα για την πολιτική κυριαρχία της εκάστοτε εξουσίας.
«Για εσάς κυβερνησιμότητα σημαίνει πολιτική επικράτηση, κυριαρχία και διατήρηση της νομής της εξουσίας», είπε.
Σημείωσε ότι οι Έλληνες δεν είναι αριθμοί και στατιστικοί δείκτες, αλλά πρόσωπα, ψυχές και οικογένειες που χρειάζονται εθνικό και κοινωνικό όραμα.
«Η πολιτική είναι πρωτίστως παιδαγωγία και ποιμαντική. Είναι παροχή οράματος. Αφού εξαθλιώσατε τους Έλληνες, τους προτάσσετε τώρα τον φόβο της κυβερνησιμότητας», τόνισε.
Υπενθύμισε ότι αυτοδύναμες κυβερνήσεις υπερχρέωσαν τη χώρα, την οδήγησαν στα μνημόνια, βυθίστηκαν σε σκάνδαλα, έστειλαν μηνύματα υποχωρητικότητας προς την Τουρκία και απέτυχαν να αντιμετωπίσουν τη δημογραφική κατάρρευση.
Για τα κωλύματα εκλογιμότητας και τη μεταφορά κρίσιμων ρυθμίσεων στον κοινό νόμο, προειδοποίησε ότι δημιουργείται κίνδυνος νόθευσης της δημοκρατικής διαδικασίας χωρίς τις ασφαλιστικές δικλίδες του Συντάγματος.
Στο άρθρο 86 για την ποινική ευθύνη υπουργών, κατήγγειλε ότι η κυβέρνηση διατηρεί τον πυρήνα του καθεστώτος ατιμωρησίας, καθώς η τελική απόφαση για την ποινική δίωξη εξακολουθεί να λαμβάνεται από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
«Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η οποία στηρίζει και ελέγχεται από την κυβέρνηση, αποφασίζει αν θα κινηθεί ποινική διαδικασία εναντίον της ίδιας της κυβέρνησης. Τι άλλαξε λοιπόν; Απολύτως τίποτα», δήλωσε.
Για τα άρθρα 89 και 90 υποστήριξε ότι ανοίγει νέα κερκόπορτα για την εξάρτηση της Δικαιοσύνης από την εκτελεστική εξουσία.
Ιδιαίτερα για την επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων μέσω κοινοβουλευτικής επιτροπής, σημείωσε ότι η κυβέρνηση θα εξακολουθεί να διαθέτει την πλειοψηφία και να επιλέγει ουσιαστικά τους επικεφαλής της Δικαιοσύνης.
«Στην κοινοβουλευτική επιτροπή ποιος θα έχει την πλειοψηφία; Πάλι οι βουλευτές της κυβέρνησης. Άρα πάλι η κυβέρνηση και ο Πρωθυπουργός θα επιλέγουν την ηγεσία των ανώτατων δικαστηρίων», ανέφερε.
Ο αντιπρόεδρος της ΝΙΚΗΣ κατήγγειλε την επιλεκτική επίκληση της συναίνεσης, υπενθυμίζοντας ότι οι Έλληνες δεν ρωτήθηκαν ποτέ για τα μνημόνια, τη μεταναστευτική πολιτική, την υπερφορολόγηση, τους πλειστηριασμούς, την υποβάθμιση της οικογένειας, της Παιδείας και της Ορθόδοξης Πίστης.
«Ούτε ένας Έλληνας συναίνεσε στις πολιτικές σας. Και τώρα ζητάτε συναίνεση», τόνισε. Στη συνέχεια διατύπωσε την κεντρική θέση της ΝΙΚΗΣ για τη δημοκρατική λειτουργία.
«Μία Δημοκρατία δεν κρίνεται από το πώς αντιμετωπίζει την πλειοψηφία. Κρίνεται από το πώς αντιμετωπίζει τη μειοψηφία. Η πλειοψηφία κυβερνά, δεν κυριαρχεί. Αποφασίζει, δεν φιμώνει. Νομοθετεί και δεν έχει το δικαίωμα να θεωρεί όποιον διαφωνεί εχθρό της κοινωνίας».
«Όταν η κοινοβουλευτική αριθμητική μετατρέπεται σε πολιτική αλαζονεία, η Δημοκρατία αρχίζει να χάνει την ουσία της», πρόσθεσε.
Ολοκληρώνοντας, παρουσίασε τις βασικές συνταγματικές προτάσεις της ΝΙΚΗΣ: απόλυτη διάκριση των εξουσιών, ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας, ανεξάρτητη επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, ασυμβίβαστο υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας, κατάργηση του νόμου περί ευθύνης υπουργών, ενίσχυση των δημοψηφισμάτων και εφαρμογή της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας.
Η ΝΙΚΗ προτείνει επίσης την απαγόρευση του τραπεζικού δανεισμού των κομμάτων, την απαγόρευση συμμετοχής στις εκλογές κομμάτων με χρέη, καθώς και την απαγόρευση συμμετοχής κυβερνητικών στελεχών, βουλευτών, δημοσίων λειτουργών και στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας σε μυστικές οργανώσεις που δημιουργούν σύγκρουση με το δημόσιο και εθνικό συμφέρον.
Παράλληλα, πρότεινε τη συνταγματική κατοχύρωση της αξίας της ζωής του αγέννητου παιδιού από τη σύλληψη, του γάμου ως ένωσης άνδρα και γυναίκας, του ορθόδοξου χαρακτήρα της Παιδείας, της προστασίας της πρώτης κατοικίας και της ελεύθερης χρήσης μετρητών.
Ζήτησε ακόμη συνταγματική προστασία απέναντι στον ψηφιακό ολοκληρωτισμό, απαγόρευση του Προσωπικού Αριθμού και του ψηφιακού φακελώματος.
«Σκοπός δεν είναι να κρίνουμε ανθρώπους για τις επιλογές τους. Σκοπός είναι να αναβιβάσουμε τη ζωή στο υψηλό σημείο που της αξίζει», ανέφερε για την προστασία της ανθρώπινης ζωής.
Κλείνοντας, ο Γεώργιος Ρούντας υπογράμμισε ότι η Ελλάδα χρειάζεται μία Δημοκρατία απελευθερωμένη από την κομματική κατοχή του κράτους και ένα Σύνταγμα που θα υπηρετεί τον λαό και το έθνος.
«Αυτό έχει ανάγκη η Ελλάδα. Ένα Σύνταγμα που δεν θα είναι προσαρμοσμένο στις επιθυμίες της εκάστοτε κυβέρνησης», τόνισε.
«Μία Δημοκρατία δεν πεθαίνει μόνο με πραξικοπήματα. Μπορεί να φθαρεί αργά, σταδιακά και ύπουλα, όταν οι θεσμοί συνηθίζουν την υπερσυγκέντρωση εξουσίας, όταν η λογοδοσία ατονεί και όταν οι πολίτες παύουν να πιστεύουν ότι το κράτος λειτουργεί για όλους και όχι για τους λίγους».
Ο αντιπρόεδρος της ΝΙΚΗΣ κατέληξε λέγοντας ότι ζητούμενο πρέπει να είναι η ουσιαστική συμμετοχή του κυρίαρχου ελληνικού λαού στην πολιτική ζωή, η καλλιέργεια δημοκρατικής παιδείας από νεαρή ηλικία και η απελευθέρωση της Πολιτείας από την καταλυτική κομματική κυριαρχία.




