Στην Ελλάδα των κόκκινων δανείων, ο οφειλέτης είναι απολύτως ορατός: το όνομά του, το ΑΦΜ του, το ακίνητό του, η οφειλή του και κάθε καθυστερημένη δόση. Αντίθετα, όταν η συζήτηση φτάνει σε εκείνους που αγόρασαν τις απαιτήσεις, στα πραγματικά τιμήματα, στις πηγές χρηματοδότησης και στα κέρδη από τις ανακτήσεις, η εικόνα θολώνει πίσω από SPVs, funds, servicers, REOCOs και διαδοχικές επικλήσεις απορρήτου.
Αυτό το καθεστώς επιλεκτικής διαφάνειας φέρνει στη Βουλή η ΝΙΚΗ με Επίκαιρη Επερώτηση προς τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκο Πιερρακάκη. Οι οκτώ βουλευτές ζητούν να ανοίξει επιτέλους ο οικονομικός φάκελος των τιτλοποιήσεων και να μάθει η κοινωνία ποιος αγόρασε τι, πόσο πλήρωσε, ποιος τον χρηματοδότησε, πόσα εισέπραξε και ποιον κίνδυνο εξακολουθούν να επωμίζονται οι Έλληνες φορολογούμενοι.
Δάνεια και απαιτήσεις δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ απομακρύνθηκαν από τους τραπεζικούς ισολογισμούς και μεταφέρθηκαν σε εταιρείες ειδικού σκοπού και επενδυτικά σχήματα. Η διαχείρισή τους ανατέθηκε σε servicers, ενώ το Ελληνικό Δημόσιο παρείχε εγγυήσεις δισεκατομμυρίων μέσω του προγράμματος «Ηρακλής».
Οι τράπεζες καθάρισαν τους δείκτες τους. Οι πολίτες, όμως, δεν είδαν τα χρέη τους να εξαφανίζονται. Βρέθηκαν απέναντι σε ένα πολυδαίδαλο σύστημα κατοχής και διαχείρισης απαιτήσεων, το οποίο μπορεί να κινεί διαδικασίες καταγγελίας, κατάσχεσης και πλειστηριασμού, χωρίς η κοινωνία να διαθέτει αντίστοιχη εικόνα για την πραγματική οικονομική διαδρομή των δανείων.
Η ΝΙΚΗ υπενθυμίζει ότι ασκεί συστηματικό κοινοβουλευτικό έλεγχο για τις τιτλοποιήσεις, τα funds και τις κρατικές εγγυήσεις από το 2024. Με διαδοχικές Ερωτήσεις και Αιτήσεις Κατάθεσης Εγγράφων ζήτησε στοιχεία για τις συμβάσεις πώλησης, τους κατόχους των τίτλων, τους πραγματικούς δικαιούχους των επενδυτικών σχημάτων, τις εισπράξεις των servicers και τις χρηματοδοτήσεις των αγοραστών.
Στις 31 Μαρτίου 2024, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΔΔΗΧ που επικαλείται η Επερώτηση, το ανεξόφλητο υπόλοιπο των κρατικών εγγυήσεων του «Ηρακλή» ανερχόταν σε 17,012 δισ. ευρώ. Σε μεταγενέστερη έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου καταγράφονται εγγυήσεις περίπου 17,33 δισ. ευρώ στο τέλος του 2024 και επισημαίνονται οι σχετικοί δημοσιονομικοί κίνδυνοι.
Πρόκειται για χρήματα και εγγυήσεις του Δημοσίου. Κι όμως, η Βουλή εξακολουθεί να μη διαθέτει έναν ενιαίο πίνακα που να συνδέει, για κάθε χαρτοφυλάκιο, την αρχική απαίτηση, την τιμή μεταβίβασης, τη χρηματοδότηση του αγοραστή, τις εισπράξεις, τις αμοιβές των servicers και το υπόλοιπο της κρατικής εγγύησης.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των Frontier II και Frontier III της Εθνικής Τράπεζας. Η Frontier II αφορούσε χαρτοφυλάκιο λογιστικής αξίας περίπου 1 δισ. ευρώ. Η τράπεζα διατήρησε το 100% των senior τίτλων και το 5% των mezzanine και junior, ενώ το υπόλοιπο 95% μεταβιβάστηκε σε επενδυτικά κεφάλαια υπό τη διαχείριση της Bracebridge Capital.
Η επίσημη απάντηση έκανε λόγο για «συνολικά έσοδα» περίπου ίσα με το 45% της λογιστικής αξίας. Δεν αποσαφήνισε, όμως, ποιο ποσό αποτέλεσε πραγματικό χρηματικό τίμημα που κατέβαλαν οι τρίτοι επενδυτές για το 95% των mezzanine και junior τίτλων.
Για τη Frontier III, λογιστικής αξίας περίπου 700 εκατ. ευρώ, ακολουθήθηκε παρόμοια δομή. Οι κρατικές εγγυήσεις ανέρχονται, σύμφωνα με την Επερώτηση, σε 360 εκατ. ευρώ για τη Frontier II και 365 εκατ. ευρώ για τη Frontier III. Δηλαδή, 725 εκατ. ευρώ εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου μόνο για δύο συναλλαγές, χωρίς να έχει παρουσιαστεί στη Βουλή ο πλήρης οικονομικός λογαριασμός τους.
Αντίστοιχα ερωτήματα προκύπτουν για τις τιτλοποιήσεις Gaia I και Gaia II της Alpha Bank. Τα χαρτοφυλάκια είχαν λογιστική αξία πριν από απομειώσεις περίπου 464 και 565 εκατ. ευρώ. Η τράπεζα διατήρησε τα senior notes και το 5% των mezzanine και junior, ενώ το 95% των υποδεέστερων τίτλων πέρασε σε τρίτους επενδυτές.
Το Δημόσιο παρείχε εγγύηση έως 250 εκατ. ευρώ για καθεμία από τις δύο συναλλαγές. Η Βουλή γνωρίζει, επομένως, πόσα εγγυήθηκαν οι φορολογούμενοι, αλλά δεν έχει λάβει από τις αρμόδιες υπηρεσίες σαφή απάντηση για το πραγματικό τίμημα που κατέβαλαν οι ιδιώτες επενδυτές.
Ακόμη πιο προκλητική είναι η περίπτωση των DOMUS και RHODIUM. Σε κοινοβουλευτικό έγγραφο καταγράφεται ότι το 95% των junior notes των δύο τιτλοποιήσεων μεταβιβάστηκε έναντι συνολικού τιμήματος δύο ευρώ.
Η διατύπωση απαιτεί ακρίβεια: δεν υποστηρίζεται ότι ολόκληρα τα χαρτοφυλάκια πωλήθηκαν για δύο ευρώ. Το καταγεγραμμένο στοιχείο αφορά το 95% της συγκεκριμένης κατηγορίας junior τίτλων. Ακόμη κι έτσι, το τίμημα επιβάλλει πλήρη τεκμηρίωση. Υπήρξε ανεξάρτητη αποτίμηση; Ποιος την εκπόνησε; Ποιες παραδοχές χρησιμοποιήθηκαν; Ποια ήταν η θέση του εξωτερικού ελεγκτή και των εταιρικών οργάνων;
Στο χαρτοφυλάκιο Alphabet της PQH, η εικόνα είναι εξίσου αποκαλυπτική. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στην Επερώτηση, το συνολικό λογιστικό υπόλοιπο ανερχόταν περίπου σε 4,8 δισ. ευρώ και το συνολικό τίμημα περίπου σε 500 εκατ. ευρώ. Οι επιμέρους πωλήσεις αφορούσαν περίπου 42.000 δανειολήπτες.
Η PQH επικαλέστηκε το απόρρητο του άρθρου 54 του ν. 4261/2014 για τη μη δημοσιοποίηση επιμέρους οικονομικών στοιχείων. Η ίδια διάταξη, όμως, επιτρέπει τη γνωστοποίηση πληροφοριών σε συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή, εφόσον δεν αποκαλύπτεται η ταυτότητα συγκεκριμένου πιστωτικού ιδρύματος.
Η προστασία του απορρήτου δεν μπορεί να μετατρέπεται σε θεσμικό καταφύγιο από κάθε ουσιαστικό έλεγχο. Ιδίως όταν μεταξύ των βασικών πιστωτών των υπό εκκαθάριση ιδρυμάτων περιλαμβάνονται το ΤΧΣ, το ΤΕΚΕ και το Ελληνικό Δημόσιο.
Η ΝΙΚΗ ζητά επίσης από τον Υπουργό να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει ιδιωτική οικονομική επεξεργασία, σύμφωνα με την οποία από τιτλοποιήσεις περίπου 50,206 δισ. ευρώ των προγραμμάτων «Ηρακλής Ι» και «Ηρακλής ΙΙ», ποσό 18,229 δισ. ευρώ εμφανίζεται ως πωληθέν με υπολογιζόμενο τίμημα περίπου 463,3 εκατ. ευρώ.
Ο συγκεκριμένος υπολογισμός περιλαμβάνει αναγωγές για συναλλαγές στις οποίες δεν είχαν δημοσιοποιηθεί τιμές. Η κυβέρνηση οφείλει να παρουσιάσει τα πραγματικά ποσά ανά συναλλαγή. Αν ο υπολογισμός είναι εσφαλμένος, να τον διαψεύσει με αριθμούς. Η συσκότιση τροφοδοτεί τις υποψίες· η διαφάνεια τις διαλύει.
Σοβαρά κενά προκύπτουν και από την επίσημη απάντηση της Τράπεζας της Ελλάδος. Οι αγοραστές πιστώσεων δεν υπάγονται συνολικά σε καθεστώς αδειοδότησης αντίστοιχο των τραπεζών, ενώ οι REOCOs δεν αδειοδοτούνται ούτε εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος.
Έτσι δημιουργείται μια αλυσίδα στην οποία συνυπάρχουν κάτοχοι απαιτήσεων, SPVs, servicers και εταιρείες ακινήτων, χωρίς μία δημόσια αρχή να παρουσιάζει στη Βουλή την πλήρη εικόνα των οικονομικών και συμβατικών σχέσεών τους.
Την ίδια ώρα, η Επιτροπή Παρακολούθησης Εγγυήσεων του άρθρου 17 του ν. 4649/2019 έχει πρόσβαση, κατά απόλυτη προτεραιότητα, στα οικονομικά στοιχεία που απαιτούνται για την παρακολούθηση των κρατικών εγγυήσεων. Οι πληροφορίες των συνεδριάσεών της χαρακτηρίζονται απόλυτα εμπιστευτικές και δεν προβλέπεται αντίστοιχη υποχρέωση περιοδικής ενημέρωσης της Βουλής.
Δηλαδή, μια Επιτροπή γνωρίζει τον κίνδυνο που αναλαμβάνει το Δημόσιο, παρακολουθεί αποκλίσεις και πιθανότητες κατάπτωσης εγγυήσεων δισεκατομμυρίων, αλλά οι εκπρόσωποι των πολιτών δεν λαμβάνουν ούτε μια σταθερή συγκεντρωτική ενημέρωση.
Η Επερώτηση θέτει και το ζήτημα της υπ’ αριθ. 6/2026 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία ο τόκος στις σχετικές ρυθμίσεις του νόμου Κατσέλη υπολογίζεται επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνολικού κεφαλαίου.
Η κυβέρνηση καλείται να εξηγήσει πόσες τιτλοποιημένες απαιτήσεις επηρεάζονται, πώς μεταβάλλονται οι προβλεπόμενες ανακτήσεις και εάν απαιτείται αναθεώρηση των επιχειρηματικών σχεδίων που συνδέονται με κρατικώς εγγυημένα senior notes.
Οι οκτώ βουλευτές απαιτούν έναν ενιαίο, συγκρίσιμο και επεξεργάσιμο πίνακα για όλα τα μεγάλα χαρτοφυλάκια: Frontier, Gaia, Mexico, Leon, Cairo, Galaxy, Phoenix, Vega, Sunrise, DOMUS, RHODIUM και Alphabet. Για κάθε συναλλαγή ζητούν την αρχική αξία, το πραγματικό τίμημα, την πηγή χρηματοδότησης, τους κατόχους των τίτλων, τις σωρευτικές ανακτήσεις, τις αμοιβές των servicers και την κρατική εγγύηση.
Την Επίκαιρη Επερώτηση υπογράφουν οι Δημήτριος Νατσιός, Γεώργιος Ρούντας, Ανδρέας Βορύλλας, Ασπασία Κουρουπάκη, Κομνηνός Δελβερούδης, Αναστάσιος Οικονομόπουλος, Σπυρίδων Τσιρώνης και Αθανάσιος Ρακοβαλής.
Η κοινωνία γνωρίζει ήδη ποιοι χρωστούν και η κυβέρνηση οφείλει τώρα να αποκαλύψει ποιοι πλήρωσαν για να αποκτήσουν τα δάνεια, πόσα πλήρωσαν, ποιοι τους χρηματοδότησαν και πόσα κερδίζουν από τις περιουσίες των Ελλήνων. Η εποχή των γενικών διαβεβαιώσεων και των βολικών απορρήτων πρέπει να τελειώσει.
Loading Viewer...

