Σφοδρή κριτική στο νομοσχέδιο του Υπουργείου Ανάπτυξης για τα νέα κίνητρα Άμεσων Ξένων Επενδύσεων άσκησε ο βουλευτής Αχαΐας της ΝΙΚΗΣ, Σπύρος Τσιρώνης, κατά την παρέμβασή του στη Διαρκή Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου, εστιάζοντας στο καθεστώς ενισχύσεων προς ξένα επενδυτικά κεφάλαια, στις φορολογικές απαλλαγές, στις κρατικές εγγυήσεις, στις εξουσίες που εκχωρούνται στον Υπουργό Ανάπτυξης και στις προβλέψεις για κρίσιμους τομείς της εθνικής οικονομίας.
Ο ειδικός αγορητής της ΝΙΚΗΣ χαρακτήρισε από την αρχή το σχέδιο νόμου έκφραση μιας «εντελώς άνισης πολιτικής», υποστηρίζοντας ότι την ώρα που η ελληνική μικρομεσαία επιχείρηση βρίσκεται αντιμέτωπη με φορολογικές και χρηματοδοτικές πιέσεις, η κυβέρνηση δημιουργεί ένα ιδιαίτερα ευνοϊκό περιβάλλον για μεγάλα ξένα επενδυτικά κεφάλαια.
«Η εγχώρια μικρομεσαία επιχείρηση, ο βιοτέχνης, ο ελεύθερος επαγγελματίας και ο αγρότης συνθλίβονται από την τεκμαρτή φορολόγηση, την ολική απουσία τραπεζικής ρευστότητας και το δυσβάστακτο λειτουργικό κόστος», ανέφερε, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι την ίδια περίοδο προσφέρει φορολογικές απαλλαγές μεγάλης διάρκειας, ταχύτερες αδειοδοτήσεις και κρατικές εγγυήσεις σε επενδύσεις που χρηματοδοτούνται με μη εγχώρια κεφάλαια.
Το επίσημο πλαίσιο του νομοσχεδίου προβλέπει πράγματι ειδικό καθεστώς κινήτρων για Άμεσες Ξένες Επενδύσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και φορολογική απαλλαγή, ενώ το ανώτατο ποσό ενίσχυσης μπορεί να φθάνει τα 20 εκατ. ευρώ ανά επενδυτικό σχέδιο.
Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίστηκε ο Σπύρος Τσιρώνης απέναντι στον ορισμό του «μη εγχώριου επενδυτικού κεφαλαίου», υποστηρίζοντας ότι το νομοσχέδιο αφήνει σοβαρά κενά ως προς την προέλευση των χρημάτων, την πραγματική ιδιοκτησία τους και τη δυνατότητα ελέγχου της διαδρομής τους.
«Δεν ορίζεται κανένα σαφές κριτήριο για το ποσοστό αλλοδαπής συμμετοχής, κανένα όριο για τα δικαιώματα ψήφου, ούτε θεσπίζονται δικλείδες ασφαλείας για τον υποχρεωτικό εντοπισμό του τελικού πραγματικού δικαιούχου», σημείωσε, υποστηρίζοντας ότι απουσιάζει και επαρκής πρόβλεψη για την τεκμηρίωση της διασυνοριακής ροής των κεφαλαίων.
Στο σημείο αυτό έθεσε ευθέως προς τον Υπουργό το ενδεχόμενο επανεισαγωγής ελληνικών κεφαλαίων με τη μορφή ξένης επένδυσης, προκειμένου αυτά να αποκτήσουν πρόσβαση στα κίνητρα του νέου καθεστώτος. «Ανοίγεται διάπλατα το παράθυρο για την ανακύκλωση και την κυκλική επανεισαγωγή ελληνικών κεφαλαίων υπό τον μανδύα δήθεν ξένης επένδυσης, προκειμένου στη συνέχεια να καρπωθούν τα προνομιακά κίνητρα», ανέφερε και ζήτησε συγκεκριμένη απάντηση για τις ασφαλιστικές δικλείδες που προβλέπονται.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στην ένταξη της αμυντικής βιομηχανίας και της αεροναυπηγικής στους τομείς που μπορούν να προσελκύσουν ξένα επενδυτικά κεφάλαια, συνδέοντας το ζήτημα με την προστασία κρίσιμων υποδομών, του στρατιωτικού απορρήτου και της αμυντικής αυτονομίας της χώρας.
Ο βουλευτής Αχαΐας υποστήριξε ότι η είσοδος πολυεθνικών συμφερόντων σε κρίσιμες αμυντικές δραστηριότητες απαιτεί αυστηρό πλαίσιο ελέγχου και κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι δεν έχει ενσωματώσει επαρκείς ρήτρες προστασίας. «Η εκχώρηση κρίσιμων αμυντικών υποδομών και της πολεμικής μας βιομηχανίας σε πολυεθνικά συμφέροντα, χωρίς να προβλέπεται καμία απολύτως ρήτρα προστασίας του στρατιωτικού απορρήτου, εγκυμονεί τεράστιους κινδύνους για την εθνική ασφάλεια και την αμυντική αυτονομία της χώρας μας», ανέφερε.
Ανάλογη κριτική άσκησε για τη βιομηχανοποιημένη πρωτογενή παραγωγή, εκφράζοντας φόβους για συγκέντρωση ελληνικής αγροτικής γης από μεγάλα επενδυτικά σχήματα. Σύμφωνα με τον ίδιο, μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να περιορίσει περαιτέρω τη θέση του μικρού και μεσαίου παραγωγού και να αλλάξει τη δομή της ελληνικής γεωργίας και κτηνοτροφίας.
«Απειλείται άμεσα ο Έλληνας παραγωγός, ο αγρότης, ο κτηνοτρόφος, ο οποίος κινδυνεύει να μετατραπεί σε περιθωριοποιημένο εργάτη στον ίδιο του τον τόπο», είπε χαρακτηριστικά.
Ο Σπύρος Τσιρώνης στάθηκε και στην ένταξη κέντρων παροχής υπηρεσιών και γηροκομείων στις επιδοτούμενες επενδύσεις, καταγγέλλοντας περαιτέρω εμπορευματοποίηση της φροντίδας της τρίτης ηλικίας. Κατά την τοποθέτησή του, η πολιτεία οφείλει να ενισχύσει τις δημόσιες δομές κοινωνικής προστασίας και την οικογένεια αντί να στηρίζει, όπως υποστήριξε, τη μεταφορά ολοένα περισσότερων κοινωνικών λειτουργιών σε ιδιωτικά επενδυτικά σχήματα.
Ιδιαίτερα επιθετικός ήταν απέναντι σε όσα χαρακτήρισε νομοτεχνικές αντιφάσεις των άρθρων 7 και 8. Επισήμανε ότι προβλέπεται συμμετοχή νεοσύστατων εταιρειών, ενώ παράλληλα στις επιλέξιμες δαπάνες περιλαμβάνονται επεκτάσεις, διαφοροποιήσεις και θεμελιώδεις αλλαγές παραγωγικής διαδικασίας υφιστάμενων εγκαταστάσεων.
«Πώς είναι δυνατόν μία εταιρεία που ιδρύθηκε πριν από πέντε ή δέκα μήνες να πραγματοποιεί επέκταση ή διαφοροποίηση;», ρώτησε τον Υπουργό, θέτοντας στη συνέχεια το ζήτημα ακόμη πιο αιχμηρά: «Πρόκειται για φωτογραφικές διατάξεις ή για πλήρη άγνοια της παραγωγικής διαδικασίας και πραγματικότητας;»
Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρέθηκαν και οι κρατικές εγγυήσεις μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας. Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ υποστήριξε ότι δημόσιοι χρηματοδοτικοί μηχανισμοί που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν προς τις ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις αξιοποιούνται για τη χρηματοδότηση μεγάλων ξένων επενδυτικών σχημάτων.
«Δεσμεύονται οι εγγυήσεις της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας για τη χρηματοδότηση ξένων επενδυτικών σχημάτων. Στερείται έτσι κρίσιμη ρευστότητα από τις ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες είναι παντελώς αποκλεισμένες από τον δανεισμό των συστημικών τραπεζών», ανέφερε.
Έντονη ήταν και η αντίδρασή του στις προβλέψεις για άδειες διαμονής επενδυτών και εργαζομένων από τρίτες χώρες, τις οποίες συνέδεσε με ένα νέο καθεστώς εισαγωγής εργατικού δυναμικού για τις ανάγκες ξένων επιχειρηματικών σχημάτων.
Ο Σπύρος Τσιρώνης κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι, αντί να κατευθύνει κίνητρα προς τον επαναπατρισμό Ελλήνων επιστημόνων και νέων που εγκατέλειψαν τη χώρα, διαμορφώνει ένα ταχύ πλαίσιο προσέλκυσης προσωπικού από τρίτες χώρες για λογαριασμό των ξένων επενδύσεων.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ μίλησε επίσης για υπέρμετρη συγκέντρωση εξουσίας στο πρόσωπο του Υπουργού Ανάπτυξης.
«Είναι ένα νομοσχέδιο με τόσες εξουσιοδοτικές διατάξεις που δίνει μία υπερδύναμη στον Υπουργό και τον καθιστά “dealer” των επιχειρήσεων. Όσο σκληρό κι αν ακούγεται, αυτό ακριβώς φαίνεται», ανέφερε.
Συνέχισε ακόμη πιο αιχμηρά, συνδέοντας το ζήτημα με τη διαφάνεια και τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας: «Σε μία περίοδο τόσων σκανδάλων και προφανούς διαφθοράς και διαπλοκής, δεν μπορεί να περνά ένα τέτοιο νομοσχέδιο με τέτοιες εξουσίες σε έναν Υπουργό».
Κατά τον ίδιο, το συγκεκριμένο θεσμικό μοντέλο εκθέτει ακόμη και τον εκάστοτε Υπουργό, καθώς του παραχωρεί αρμοδιότητες οι οποίες κανονικά θα έπρεπε να ασκούνται μέσα από θεσμικά ελεγχόμενες διοικητικές διαδικασίες. «Με αυτό το νομοσχέδιο καθίσταται ο κάθε υπουργός ύποπτος για οτιδήποτε συμβεί. Πώς το αφήνετε αλήθεια αυτό;», ανέφερε.
Ο ειδικός αγορητής της ΝΙΚΗΣ επέκρινε επίσης τις φορολογικές απαλλαγές που μπορούν να έχουν πολυετή διάρκεια και να φθάνουν σε ιδιαίτερα υψηλά ποσά ενίσχυσης, υποστηρίζοντας ότι δημιουργείται ένα ιδιαίτερα ευνοϊκό φορολογικό περιβάλλον για συγκεκριμένες επενδύσεις, την ώρα που οι ελληνικές επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν υψηλή φορολογική επιβάρυνση και περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση.
Στο στόχαστρό του μπήκε και το άρθρο 32, όπου, σύμφωνα με την κριτική που διατύπωσε, σημαντικές λεπτομέρειες για τον προϋπολογισμό, τη διαχείριση πόρων και τους κανόνες ελέγχου παραπέμπονται σε υπουργικές αποφάσεις. Ο ίδιος έκανε λόγο για «λευκή επιταγή στην εκτελεστική εξουσία» και για περιορισμό του ουσιαστικού κοινοβουλευτικού ελέγχου.
Κριτική άσκησε επίσης στο «κλιματικό σύμφωνο επένδυσης», το οποίο συνέδεσε με πρόσθετα κόστη συμμόρφωσης για την παραγωγική δραστηριότητα, καθώς και στις ρυθμίσεις του Υπουργείου Μεταφορών για το νέο ψηφιακό σύστημα πινακίδων και τα ειδικά παράβολα, τα οποία χαρακτήρισε «ένα νέο και καλυμμένο χαράτσι στις τσέπες των πολιτών».
Ο βουλευτής Αχαΐας της ΝΙΚΗΣ αναφέρθηκε τέλος στις παρατάσεις λειτουργίας εγκαταστάσεων καυσίμων κατά παρέκκλιση των σχετικών διατάξεων, καθώς και στη ρύθμιση για τους χώρους στάθμευσης του Κέντρου Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, την οποία παρουσίασε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της κυβερνητικής πρακτικής των εξαιρέσεων.
Κλείνοντας την παρέμβασή του, ο Σπύρος Τσιρώνης συμπύκνωσε την πολιτική κριτική της ΝΙΚΗΣ στο νομοσχέδιο, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση δεν διαθέτει ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης και επιλέγει ένα μοντέλο προσέλκυσης επενδύσεων που, κατά την εκτίμησή του, δημιουργεί προνομιακή μεταχείριση συγκεκριμένων ξένων κεφαλαίων.
«Το νομοσχέδιο αυτό αποδεικνύει ότι η κυβέρνηση στερείται παντελώς ολοκληρωμένου εθνικού σχεδίου για τη στήριξη της πραγματικής οικονομίας», τόνισε και κατέληξε λέγοντας ότι θεσμοθετείται «ένα καθεστώς προνομίων για λίγους και ξένους» που μπορεί να επηρεάσει την εγχώρια παραγωγική βάση, τη γη, κρίσιμες υποδομές και την αμυντική βιομηχανία της χώρας.
Ο Σπύρος Τσιρώνης προανήγγειλε ότι στην επόμενη συνεδρίαση η ΝΙΚΗ θα καταθέσει και συγκεκριμένες προτάσεις βελτίωσης των διατάξεων του νομοσχεδίου.

