Το προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού του 2027 αποκαλύπτει, πίσω από τις κυβερνητικές εξαγγελίες περί φοροελαφρύνσεων και ενίσχυσης των εισοδημάτων, μια διαφορετική πραγματικότητα: τα φορολογικά έσοδα συνεχίζουν να αυξάνονται με δισεκατομμύρια ευρώ να αφαιρούνται από τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, ενώ οι μισθολογικές, συνταξιοδοτικές και κοινωνικές ενισχύσεις παραμένουν ανεπαρκείς για να αποκαταστήσουν τις απώλειες της αγοραστικής δύναμης των Ελλήνων.
Τα ίδια τα στοιχεία του προσχεδίου είναι αποκαλυπτικά. Οι φόροι του Κρατικού Προϋπολογισμού από 72,369 δισ. ευρώ το 2025 εκτινάσσονται στα 75,729 δισ. ευρώ το 2026 και προβλέπεται να φθάσουν τα 77,878 δισ. ευρώ το 2027. Πρόκειται για αύξηση κατά 3,360 δισ. ευρώ μέσα στο 2026 και κατά επιπλέον 2,149 δισ. ευρώ το 2027. Μέσα σε μόλις δύο χρόνια, επομένως, οι Έλληνες καλούνται να καταβάλουν περίπου 5,5 δισ. ευρώ περισσότερους φόρους.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η εξέλιξη του φόρου εισοδήματος. Από 26,172 δισ. ευρώ το 2025, προβλέπεται να φθάσει τα 27,338 δισ. το 2026 και τα 29,376 δισ. ευρώ το 2027: δηλαδή πάνω από 3,2 δισ. ευρώ πρόσθετων εσόδων μέσα σε μία διετία. Μόνο το 2027 η αύξηση του φόρου εισοδήματος προσεγγίζει τα 2,04 δισ. ευρώ.
Η ΝΙΚΗ επισημαίνει ότι πίσω από αυτή την αύξηση βρίσκεται και η μη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας. Όταν οι ονομαστικοί μισθοί αυξάνονται λόγω πληθωρισμού αλλά τα φορολογικά κλιμάκια δεν αναπροσαρμόζονται αντιστοίχως, ένα μέρος της ονομαστικής αύξησης καταλήγει αυτομάτως στο Δημόσιο μέσω υψηλότερης φορολογίας.
Είναι η γνωστή «δημοσιονομική ολίσθηση»: ο πολίτης εμφανίζεται να έχει μεγαλύτερο εισόδημα στα χαρτιά χωρίς ανάλογη πραγματική αύξηση της αγοραστικής του δύναμης.
Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση διατηρεί το σύστημα τεκμαρτής φορολόγησης των αυτοαπασχολουμένων. Η αύξηση του κατώτατου μισθού από 880 σε 920 ευρώ από τον Απρίλιο του 2026, και ο κυβερνητικός στόχος για νέα αύξηση στα 960 ευρώ τον Απρίλιο του 2027, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για όσους υπάγονται στο ελάχιστο τεκμαρτό εισόδημα.
Αντί για κατάργηση του τεκμαρτού συστήματος, το προσχέδιο περιορίζεται σε επιμέρους διορθώσεις, όπως η απαλλαγή των συνεπών ελεύθερων επαγγελματιών από ορισμένες προσαυξήσεις και η μείωση της προκαταβολής φόρου από 55% σε 50% από το φορολογικό έτος 2027.
Παράλληλα, η κυβέρνηση επιμένει στους υψηλούς βασικούς συντελεστές ΦΠΑ 24% και 13%, αφήνοντας την ακρίβεια να λειτουργεί ως μηχανισμός αύξησης των έμμεσων φορολογικών εσόδων: όσο ακριβαίνουν τα προϊόντα και οι υπηρεσίες, τόσο αυξάνεται σε απόλυτο ποσό και ο ΦΠΑ που πληρώνει ο καταναλωτής. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα έσοδα ΦΠΑ από 28,601 δισ. ευρώ το 2025 εκτιμάται ότι θα εκτιναχθούν στα 30,777 δισ. ευρώ το 2026, θα σημειώσουν δηλαδή αύξηση άνω των 2,17 δισ. ευρώ σε ένα μόνο έτος!
Έτσι, ακόμη και οι ευνοϊκές αλλαγές στη φορολογία εισοδήματος που θεσπίστηκαν το 2026 κινδυνεύουν να απορροφηθούν σε σημαντικό βαθμό από τη μη τιμαριθμοποίηση, την τεκμαρτή φορολόγηση και την υψηλή έμμεση φορολογία.
Η ακρίβεια τρέχει – οι πραγματικές ενισχύσεις υστερούν
Ανάλογη είναι η εικόνα στα εισοδήματα. Το ίδιο το προσχέδιο εκτιμά τον εθνικό πληθωρισμό στο 3,8% για το 2026, ενώ οι αμοιβές εξαρτημένης εργασίας ανά εργαζόμενο αυξάνονται κατά 3,7%. Δηλαδή, σε πραγματικούς όρους, ο μέσος εργαζόμενος δεν ανακτά ούτε καν πλήρως τις απώλειες του έτους από την ακρίβεια.
Για το 2027 προβλέπεται αύξηση των συντάξεων κατά 2,8%, μια αναπροσαρμογή που δεν αναιρεί τις σωρευτικές απώλειες αγοραστικής δύναμης που έχουν υποστεί οι συνταξιούχοι από την πολυετή ακρίβεια.
Στους μισθούς, ο κατώτατος μισθός προβλέπεται να φθάσει μόλις τα 960 ευρώ τον Απρίλιο του 2027, ενώ το προσχέδιο παραδέχεται ότι ο εθνικός πληθωρισμός θα έχει ήδη διαμορφωθεί στο 3,8% το 2026.
Η ΝΙΚΗ υπογραμμίζει ότι δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως κοινωνική πολιτική η επιστροφή ενός μικρού μέρους όσων προηγουμένως αφαιρούνται από τους πολίτες μέσω της άμεσης και έμμεσης φορολογίας.
Η χώρα χρειάζεται διαφορετική δημοσιονομική πολιτική:
* ουσιαστική φορολογική ελάφρυνση της οικογένειας και της παραγωγικής οικονομίας
* τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας ώστε οι πληθωριστικές αυξήσεις να μην μετατρέπονται σε κρυφή αύξηση φόρου
* κατάργηση της άδικης τεκμαρτής φορολόγησης των αυτοαπασχολουμένων
•μείωση της έμμεσης φορολογίας
•πραγματική ενίσχυση μισθών και συντάξεων ώστε να αποκατασταθεί η αγοραστική δύναμη των πολιτών.
Ο Προϋπολογισμός του 2027 επιβεβαιώνει ότι η κυβέρνηση εξακολουθεί να στηρίζει τα υψηλά φορολογικά έσοδα στην ακρίβεια και στην υπερφορολόγηση.
Η ελληνική κοινωνία, όμως, δεν χρειάζεται επιδόματα που επιστρέφουν ένα κλάσμα των φόρων που καταβάλλει. Χρειάζεται ένα φορολογικό και οικονομικό σύστημα που αφήνει το εισόδημα στον εργαζόμενο, στον συνταξιούχο, στην οικογένεια και στον άνθρωπο της πραγματικής οικονομίας.

