Σοβαρή επιδείνωση στους δείκτες μικροβιακής αντοχής της Ελλάδας καταγράφουν τα επίσημα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC), αποκαλύπτοντας μεγάλη απόσταση από τους στόχους που έχουν τεθεί για το 2030. Ο ευρωβουλευτής της ΝΙΚΗΣ Νικόλαος Αναδιώτης, με γραπτή Ερώτηση προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ζητά συγκεκριμένες απαντήσεις για την κατάσταση στη χώρα, τις αδυναμίες του συστήματος πρόληψης και τα αποτελέσματα των παρεμβάσεων που χρηματοδοτούνται με ευρωπαϊκούς πόρους.
Τα ευρήματα του ECDC είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά. Σύμφωνα με τα στοιχεία του 2024, σε σύγκριση με το 2019, η επίπτωση των λοιμώξεων του αίματος από ανθεκτικό στις κεφαλοσπορίνες τρίτης γενιάς E. coli αυξήθηκε κατά 109%, όταν ο ευρωπαϊκός στόχος προβλέπει διατήρηση του δείκτη στα επίπεδα του 2019.
Η εικόνα είναι επίσης επιβαρυμένη για άλλα επικίνδυνα ανθεκτικά βακτήρια. Οι λοιμώξεις του αίματος από ανθεκτικό στη μεθικιλλίνη χρυσίζοντα σταφυλόκοκκο (MRSA) αυξήθηκαν κατά 20,7%, ενώ οι αντίστοιχες λοιμώξεις από Klebsiella pneumoniae ανθεκτική στις καρβαπενέμες παρουσίασαν αύξηση 14,1%. Για τις συγκεκριμένες κατηγορίες, οι στόχοι του 2030 προβλέπουν μείωση κατά 10% και 5% αντίστοιχα.
Τα ποσοστά αποτυπώνουν σοβαρή επιδείνωση στη συχνότητα καταγραφής αυτών των λοιμώξεων ανά 100.000 κατοίκους. Η μικροβιακή αντοχή δυσχεραίνει τη θεραπεία βακτηριακών λοιμώξεων, περιορίζει τις διαθέσιμες θεραπευτικές επιλογές και αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρών επιπλοκών, ιδιαίτερα για τους ασθενείς που νοσηλεύονται.
Προβληματική παραμένει και η χρήση των αντιβιοτικών στην Ελλάδα. Μόλις το 43% της συνολικής ανθρώπινης κατανάλωσης αντιβιοτικών αφορά σκευάσματα της κατηγορίας «Access», σύμφωνα με την ταξινόμηση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, όταν ο ευρωπαϊκός στόχος έχει οριστεί στο 65%.
Η συγκεκριμένη κατηγορία περιλαμβάνει αντιβιοτικά που συνιστώνται ως επιλογές πρώτης ή δεύτερης γραμμής για πολλές συχνές λοιμώξεις. Το χαμηλό ποσοστό συμμετοχής τους στη συνολική κατανάλωση αναδεικνύει την ανάγκη αποτελεσματικότερης διαχείρισης της αντιβιοτικής θεραπείας και συστηματικής παρακολούθησης των συνταγογραφικών πρακτικών.
Παρότι η συνολική κατανάλωση αντιβιοτικών στη χώρα εμφανίζεται μειωμένη κατά 12% σε σχέση με το 2019, η απόσταση από τον στόχο μείωσης κατά 27% έως το 2030 παραμένει σημαντική. Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με την αύξηση των συγκεκριμένων ανθεκτικών λοιμώξεων, δημιουργεί πρόσθετη πίεση στο ελληνικό σύστημα υγείας.
Ο Νικόλαος Αναδιώτης επικαλείται παράλληλα την Εθνική Στρατηγική για την Ποιότητα της Φροντίδας και την Ασφάλεια των Ασθενών 2025–2030, στην οποία είχε καταγραφεί η απουσία εφαρμοζόμενου εθνικού προγράμματος πρόληψης και ελέγχου λοιμώξεων.
Η συγκεκριμένη διαπίστωση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια χώρα όπου τα ανθεκτικά μικρόβια αποτελούν διαχρονικό πρόβλημα για τη δημόσια υγεία. Η ύπαρξη μεμονωμένων πρωτοβουλιών και προγραμμάτων απαιτεί αποτελεσματικό συντονισμό, επαρκή στελέχωση και διαρκή αξιολόγηση των αποτελεσμάτων τους, ώστε να εξασφαλίζεται ουσιαστική προστασία των ασθενών.
Σύμφωνα με το ευρωπαϊκό πλαίσιο, τα κράτη μέλη καλούνται να εφαρμόζουν επικαιροποιημένα εθνικά σχέδια με βάση την προσέγγιση «Μία Υγεία» (One Health), η οποία συνδέει την ανθρώπινη υγεία, την υγεία των ζώων και το περιβάλλον. Τα σχέδια αυτά πρέπει να συνοδεύονται από επαρκείς πόρους, μετρήσιμους στόχους και τακτική αξιολόγηση της εφαρμογής τους.
Από τον Ιούνιο του 2025, ο Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ) υλοποιεί δράση για την πρόληψη και τον έλεγχο λοιμώξεων που σχετίζονται με τη φροντίδα υγείας, με χρηματοδότηση από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα NextGenerationEU. Η παρέμβαση περιλαμβάνει ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού και των μηχανισμών πρόληψης και ελέγχου λοιμώξεων στις δομές υγείας.
Ο ευρωβουλευτής της ΝΙΚΗΣ ζητά να αποσαφηνιστεί ποια μετρήσιμα αποτελέσματα έχει παρουσιάσει μέχρι σήμερα αυτή η χρηματοδοτούμενη δράση, καθώς και εάν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εντοπίσει ανάγκες πρόσθετης τεχνικής υποστήριξης ή συμπληρωματικών παρεμβάσεων.
Ο Ευρωβουλευτής της ΝΙΚΗΣ καλεί την Κομισιόν να αξιολογήσει επισήμως την απόκλιση της Ελλάδας από τους ευρωπαϊκούς στόχους, να προσδιορίσει τα συγκεκριμένα κενά που έχουν εντοπιστεί και να διευκρινίσει εάν η χώρα διαθέτει επικαιροποιημένο, πλήρως εφαρμοζόμενο εθνικό σχέδιο κατά της μικροβιακής αντοχής, με σαφείς δείκτες και επαρκή χρηματοδότηση.
Παράλληλα, ζητά την αξιολόγηση των έως τώρα αποτελεσμάτων του προγράμματος του ΕΟΔΥ, καθώς και την παρουσίαση των πρόσθετων μέτρων που προτίθεται να προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την αντιμετώπιση του προβλήματος.
Η παρέμβαση του αυτή πραγματοποιείται ενόψει και της προβλεπόμενης ευρωπαϊκής αξιολόγησης του 2027 για την εφαρμογή της σύστασης του Συμβουλίου σχετικά με τη μικροβιακή αντοχή. Τα δεδομένα του ECDC καθιστούν επιτακτική την ανάγκη ενίσχυσης της πρόληψης, της επιτήρησης και της ορθολογικής χρήσης των αντιβιοτικών, καθώς η προστασία των ασθενών απαιτεί μετρήσιμη πρόοδο απέναντι σε λοιμώξεις που γίνονται ολοένα δυσκολότερες στη θεραπεία.
Loading Viewer...

