Με ευθεία κριτική στον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζεται η ευρωπαϊκή και εθνική ενεργειακή πολιτική τοποθετήθηκε ο βουλευτής Αχαΐας της ΝΙΚΗΣ, Σπύρος Τσιρώνης, κατά τη συζήτηση στην Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου της Βουλής για το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας σχετικά με τον σχεδιασμό της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και την ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1711.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ έθεσε από την αρχή το ζήτημα σε ευρύτερη βάση, επισημαίνοντας ότι η περιβαλλοντική κρίση περιλαμβάνει «την κλιματική αλλαγή, την απώλεια της βιοποικιλότητας και την αυξανόμενη ρύπανση» και συνδέεται, όπως ανέφερε, με «ένα μοντέλο απεριόριστης οικονομικής μεγέθυνσης που αντιμετωπίζει τη φύση ως αντικείμενο εκμετάλλευσης».
Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρέθηκε η ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και οι επιπτώσεις που μπορεί να προκαλέσει όταν προχωρά χωρίς επαρκή χωροταξικό και παραγωγικό σχεδιασμό. «Δεν μπορεί, στο όνομα της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, να καταστρέφουμε αυτό που πραγματικά είναι πράσινο: τα δάση, τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις, τα οικοσυστήματα και τη βιοποικιλότητα», τόνισε.
Αναφέρθηκε ειδικά στη δυνατότητα εγκατάστασης φωτοβολταϊκών σε γη υψηλής παραγωγικότητας και στις παρεμβάσεις σε δασικές ή περιβαλλοντικά ευαίσθητες περιοχές. Κατά τον ίδιο, η ενεργειακή μετάβαση οφείλει να συνυπολογίζει την αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή, την επισιτιστική ασφάλεια και την προστασία των φυσικών πόρων.
«Η Ελλάδα και, κατ’ επέκταση, η Ευρώπη δεν μπορεί να μετατρέπεται σε ένα απέραντο εργοστάσιο παραγωγής ενέργειας για τις ανάγκες των βιομηχανιών, θυσιάζοντας τον φυσικό της πλούτο και τον πρωτογενή της τομέα», ανέφερε.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην υπερπαραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και στις περικοπές παραγωγής που καταγράφονται όταν το δίκτυο αδυνατεί να απορροφήσει το σύνολο της διαθέσιμης ισχύος. Ο Σπύρος Τσιρώνης μίλησε για «υπερπαραγωγή χωρίς επαρκή σχεδιασμό για υποδομές αποθήκευσης» και ζήτησε προστασία για τους μικρούς επενδυτές, οι οποίοι, όπως είπε, κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωποι με σοβαρές οικονομικές απώλειες.
Επέμεινε παράλληλα στην ανάγκη να αποτραπεί η περαιτέρω συγκέντρωση της ενεργειακής αγοράς. Όπως ανέφερε, οι μικροί επενδυτές βρίσκονται εκτεθειμένοι στις περικοπές παραγωγής και στην έλλειψη επαρκών υποδομών αποθήκευσης, την ώρα που «οι μεγάλοι ενεργειακοί όμιλοι ενισχύουν συνεχώς τη θέση τους». Η κριτική του στόχευσε σε ένα μοντέλο στο οποίο η ταχεία επέκταση της εγκατεστημένης ισχύος προηγείται των δικτύων, της αποθήκευσης και των μηχανισμών προστασίας όσων επένδυσαν σε μικρότερα έργα.
«Η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να γίνει μηχανισμός μεταφοράς πλούτου από τους πολλούς στους λίγους», υπογράμμισε, συνδέοντας το ενεργειακό ζήτημα με την κοινωνική δικαιοσύνη. Για τη ΝΙΚΗ, πρόσθεσε, δίκαιη μετάβαση σημαίνει «ενεργειακή ασφάλεια, προσιτή ενέργεια, κοινωνική δικαιοσύνη και προστασία της εθνικής παραγωγής».
Παράλληλα, ο κ. Τσιρώνης συνέδεσε την ενεργειακή πολιτική με το ζήτημα της κοινωνικής αποδοχής των ευρωπαϊκών επιλογών. Όπως υποστήριξε, όταν η μετάβαση επιβαρύνει δυσανάλογα νοικοκυριά, μικρούς παραγωγούς και τοπικές κοινωνίες, ενισχύεται η απόσταση των πολιτών από τις αποφάσεις που λαμβάνονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
«Χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη δεν έχουμε και νομιμοποίηση των πολιτικών της ΕΕ από τους ίδιους τους Ευρωπαίους πολίτες», είπε, προειδοποιώντας ότι η συσσώρευση τέτοιων πιέσεων αγγίζει πλέον και τη λειτουργία της ίδιας της δημοκρατίας.
Στη συνέχεια έστρεψε την προσοχή στη Δυτική Μακεδονία και στις επιπτώσεις της ταχείας απολιγνιτοποίησης. Κατά την τοποθέτησή του, η πολιτική αυτή άφησε «χιλιάδες χαμένες θέσεις εργασίας, επιχειρήσεις σε οικονομική ασφυξία και ολόκληρες τοπικές κοινωνίες αντιμέτωπες με την αβεβαιότητα».
Ο βουλευτής Αχαΐας συνέκρινε την ελληνική επιλογή με τις πολιτικές άλλων ευρωπαϊκών χωρών και υποστήριξε ότι η εγκατάλειψη του εγχώριου λιγνίτη, όταν συνοδεύεται από μεγαλύτερη εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα, δεν ενισχύει την ενεργειακή αυτονομία της χώρας.
«Δεν αποτελεί ενεργειακή ανεξαρτησία να εγκαταλείπουμε τον εγχώριο λιγνίτη ή τα άλλα ορυκτά που υπάρχουν στην Ήπειρο και να εξαρτόμαστε από εισαγόμενο, ακριβότερο LNG», σημείωσε, κάνοντας λόγο για σοβαρές οικονομικές και γεωπολιτικές συνέπειες.
Ξεχωριστή αναφορά έκανε στα μεγάλα data centers που σχεδιάζονται στις πρώην λιγνιτικές περιοχές, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Άγιο Δημήτριο Κοζάνης. Επισήμανε τις αυξημένες ενεργειακές ανάγκες τέτοιων εγκαταστάσεων, καθώς και τις απαιτήσεις ψύξης, θέτοντας στο επίκεντρο τη διαχείριση των υδάτινων πόρων.
«Το νερό δεν είναι επιχειρηματικό αναλώσιμο. Είναι στρατηγικός πόρος για την ύδρευση, την άρδευση, για τον πολίτη και τον αγρότη», τόνισε.
Ο Σπύρος Τσιρώνης άσκησε κριτική και στη συζήτηση για προϊόντα «Made in Europe», συνδέοντάς την με την ευρωπαϊκή εμπορική και περιβαλλοντική πολιτική. Αναφέρθηκε στις επιβαρύνσεις που προκαλεί το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών και στη συμφωνία Mercosur, θέτοντας ζήτημα άνισων προτύπων παραγωγής και ανταγωνισμού για τους Ευρωπαίους παραγωγούς.
Για τον ίδιο, το ενεργειακό σύστημα χρειάζεται πρώτα σαφή ιεράρχηση αναγκών, επαρκή δίκτυα και αποθήκευση, ώστε η νέα παραγωγή να υπηρετεί πραγματικές ανάγκες της χώρας και να μη δημιουργεί νέα αδιέξοδα.
Κλείνοντας, περιέγραψε τη θέση της ΝΙΚΗΣ για μια ενεργειακή μετάβαση προσαρμοσμένη στις εθνικές ιδιαιτερότητες, με προστασία του πρωτογενούς τομέα, χαμηλότερο ενεργειακό κόστος και μέριμνα για τις περιοχές που πλήττονται από την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου.
Η τελευταία του φράση συμπύκνωσε το σύνολο της κριτικής του:
«Πράσινη μετάβαση που καταστρέφει το πράσινο, υπονομεύει την παραγωγή και υποδουλώνει ενεργειακά τις κοινωνίες δεν είναι μετάβαση προς ένα βιώσιμο μέλλον. Είναι μια νέα μορφή εξάρτησης με ένα πράσινο περίβλημα, εργαλειοποίηση δηλαδή του περιβάλλοντος».

