Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ταξίδεψε τον περασμένο Ιανουάριο στην Ινδία και ανακοίνωσε, με τη γνωστή ευρωπαϊκή αισιοδοξία, ακόμη μία συμφωνία που υποτίθεται ότι θα ενισχύσει την ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ανάμεσα στις προβλέψεις της περιλαμβάνονται η διευκόλυνση της μετακίνησης εργαζομένων, φοιτητών και ερευνητών, η συνεργασία για την εποχική απασχόληση και η δημιουργία ειδικού μηχανισμού που θα βοηθά ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αναζητούν προσωπικό στην Ινδία.
Το πρώτο European Legal Gateway Office άνοιξε ήδη στο Νέο Δελχί, στις 18 Φεβρουαρίου 2026, με αρχικό αντικείμενο την πληροφορική και τις ψηφιακές τεχνολογίες. Παράλληλα, προχωρά η ανάπτυξη του EU Talent Pool, μιας ευρωπαϊκής πλατφόρμας μέσω της οποίας επιχειρήσεις θα μπορούν να αναζητούν εργαζομένους από τρίτες χώρες. Η συμμετοχή των κρατών είναι προαιρετική και η πλήρης λειτουργία της πλατφόρμας αναμένεται μέχρι το τέλος του 2027.
Στις Βρυξέλλες φαίνεται πως έχουν καταλήξει σε μια εξαιρετικά βολική συνταγή για την αντιμετώπιση των ελλείψεων στην αγορά εργασίας. Αναζητούν εργαζομένους στο εξωτερικό, οργανώνουν γραφεία διασύνδεσης, χρηματοδοτούν προγράμματα και διευκολύνουν τις διαδικασίες πρόσληψης. Μακάρι να έδειχναν την ίδια αποφασιστικότητα για τους Ευρωπαίους νέους που δυσκολεύονται να πληρώσουν το ενοίκιό τους, για τα ζευγάρια που αναβάλλουν τη δημιουργία οικογένειας και για τους εργαζομένους που βλέπουν τον μισθό τους να εξανεμίζεται πριν τελειώσει ο μήνας.
Η ευρωπαϊκή οικονομία ασφαλώς αντιμετωπίζει ελλείψεις προσωπικού σε συγκεκριμένους κλάδους. Αξίζει, πάντως, να εξεταστεί πόσες από αυτές οφείλονται στις πραγματικές δημογραφικές ανάγκες και πόσες συνδέονται με μισθούς και συνθήκες εργασίας που έχουν πάψει να προσελκύουν τους ίδιους τους Ευρωπαίους. Είναι πολύ πιο εύκολο για μια επιχείρηση να αναζητήσει προσωπικό σε μια τεράστια διεθνή αγορά εργασίας από το να βελτιώσει τις αποδοχές και τους όρους απασχόλησης που προσφέρει. Το ζήτημα αποκτά σοβαρές κοινωνικές διαστάσεις όταν αυτή η επιλογή ενισχύεται συστηματικά από την ευρωπαϊκή πολιτική.
Στην Ελλάδα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει ήδη φροντίσει να ξεκαθαρίσει τις προθέσεις του. Από τον Φεβρουάριο του 2024, κατά την επίσκεψή του στην Ινδία, οι δύο κυβερνήσεις είχαν συμφωνήσει να επιταχύνουν τη σύναψη συμφωνίας για τη μετανάστευση και την εργασιακή κινητικότητα. Τον Φεβρουάριο του 2026, ο Έλληνας πρωθυπουργός επανέλαβε δημοσίως ότι επιθυμεί αντίστοιχη συμφωνία με την Ινδία, έχοντας προηγουμένως αναφερθεί στις συμφωνίες της χώρας μας με την Αίγυπτο.
Επομένως, η ελληνική κυβέρνηση συμμετέχει συνειδητά σε αυτόν τον σχεδιασμό και οφείλει να εξηγήσει ποιο είναι το μακροπρόθεσμο σχέδιό της για τον πληθυσμό, την εργασία και τη συνοχή της ελληνικής κοινωνίας. Η δυνατότητα κάθε κράτους να καθορίζει τον αριθμό των εργαζομένων που δέχεται από τρίτες χώρες παραμένει κατοχυρωμένη. Οι επιλογές της Αθήνας έχουν συγκεκριμένη πολιτική υπογραφή.
Η χώρα μας αντιμετωπίζει μια βαθιά δημογραφική κρίση, με ολόκληρες περιοχές να γερνούν, χωριά να ερημώνουν και χιλιάδες νέους να έχουν αναζητήσει καλύτερη επαγγελματική προοπτική στο εξωτερικό. Σύμφωνα με τη Eurostat, ο δείκτης γονιμότητας στην Ελλάδα υποχώρησε το 2024 στα 1,24 παιδιά ανά γυναίκα. Πρόκειται για μια πραγματικότητα που επηρεάζει ήδη την οικονομία, το ασφαλιστικό σύστημα και το μέλλον της ελληνικής περιφέρειας.
Ένα νέο ζευγάρι χρειάζεται δύο αξιοπρεπείς μισθούς για να συντηρήσει ένα σπίτι, ενώ σε αρκετές περιοχές το κόστος στέγασης απορροφά δυσανάλογο μέρος του οικογενειακού εισοδήματος. Οι νέοι επιστήμονες και οι ειδικευμένοι τεχνίτες αναζητούν καλύτερες αποδοχές στο εξωτερικό και όσοι παραμένουν στην Ελλάδα καλούνται συχνά να συμβιβαστούν με επαγγελματικές συνθήκες πολύ κατώτερες των προσόντων τους. Αυτή είναι η πραγματική πληγή που χρειάζεται άμεση αντιμετώπιση.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την κάλυψη των αναγκών των επιχειρήσεων, χωρίς να έχει παρουσιάσει μια εξίσου αποτελεσματική πολιτική για την επιστροφή των Ελλήνων που έφυγαν και τη συγκράτηση εκείνων που ετοιμάζονται να φύγουν. Η προσέλκυση εργαζομένων από τρίτες χώρες μπορεί να καλύψει συγκεκριμένες παραγωγικές ανάγκες. Η μακροχρόνια εξάρτηση μιας οικονομίας από αυτή την πρακτική, όμως, αφήνει ανέπαφες τις αιτίες που οδηγούν τον γηγενή πληθυσμό σε δημογραφική συρρίκνωση.
Οι συνέπειες μιας τέτοιας πολιτικής χρειάζονται προσεκτική εκτίμηση. Κάθε χώρα διαθέτει συγκεκριμένες δυνατότητες στην κατοικία, στην εκπαίδευση, στην υγεία και στις δημόσιες υπηρεσίες. Η εγκατάσταση νέων πληθυσμών απαιτεί σχεδιασμό, υποδομές και χρόνο για ουσιαστική κοινωνική ένταξη. Όσο μεγαλύτερες και ταχύτερες είναι οι μεταβολές, τόσο αυξάνονται οι απαιτήσεις από το κράτος και την τοπική αυτοδιοίκηση. Η εμπειρία αρκετών ευρωπαϊκών πόλεων έχει αναδείξει τις δυσκολίες που προκαλούνται όταν η πληθυσμιακή αύξηση ξεπερνά τις δυνατότητες των δημόσιων υποδομών και της στεγαστικής αγοράς.
Η πολιτισμική συνέχεια, η γλώσσα, οι κοινωνικές συνήθειες και οι κοινές αντιλήψεις για τη λειτουργία μιας κοινωνίας έχουν επίσης τη δική τους σημασία. Η αρμονική συνύπαρξη προϋποθέτει αμοιβαίο σεβασμό, αποδοχή των νόμων και πραγματικές δυνατότητες ένταξης. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις οφείλουν να εξετάζουν αυτές τις παραμέτρους με την ίδια σοβαρότητα με την οποία υπολογίζουν τις ανάγκες των επιχειρήσεων σε εργατικά χέρια. Μια κοινωνία που αδυνατεί να διαχειριστεί τις αλλαγές της διακινδυνεύει να δει την καθημερινή δυσαρέσκεια να εξελίσσεται σε βαθιά πολιτική και κοινωνική αντιπαράθεση.
Οι ανησυχίες για την εθνική κυριαρχία και τον προσανατολισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποκτούν ιδιαίτερη ένταση αυτές τις ημέρες και στην Πολωνία, όπου η σύγκρουση για τον έλεγχο του Συνταγματικού Δικαστηρίου έχει προκαλέσει σοβαρή πολιτική κρίση. Ο ευρωβουλευτής του συντηρητικού κόμματος Νόμος και Δικαιοσύνη (PiS), Dominik Tarczyński, κατηγορεί την κυβέρνηση του Donald Tusk ότι ενεργεί υπό γερμανική επιρροή και συνδέει τις εξελίξεις στη Δικαιοσύνη με ενδεχόμενη υιοθέτηση του ευρώ και χαλάρωση της μεταναστευτικής πολιτικής. Προχωρεί, μάλιστα, σε ισχυρισμούς για τα πολωνικά αποθέματα χρυσού και τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Οι καταγγελίες του δεν έχουν τεκμηριωθεί ανεξάρτητα, ενώ η κυβέρνηση Tusk υποστηρίζει ότι επιδιώκει την αποκατάσταση της νομιμότητας στη Δικαιοσύνη. Η σύγκρουση είναι πραγματική και αποκαλύπτει πόσο βαθιά διχασμένη παραμένει η Πολωνία γύρω από την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, τις εθνικές αρμοδιότητες και τη μεταναστευτική πολιτική.
Αυτά τα ζητήματα θα απασχολούν ολοένα περισσότερο τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, καθώς οι αποφάσεις για την οικονομία και τη μετακίνηση πληθυσμών επηρεάζουν την καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων. Η επιμονή των Βρυξελλών να προσεγγίζουν τη μετανάστευση κυρίως μέσα από τις ανάγκες της αγοράς εργασίας δημιουργεί εύλογες ανησυχίες για τις μακροπρόθεσμες κοινωνικές συνέπειες. Οι ευρωπαϊκοί λαοί δικαιούνται να γνωρίζουν ποια πληθυσμιακή εξέλιξη προβλέπεται, ποιες υποδομές θα χρειαστούν και ποιο οικονομικό κόστος θα κληθούν να αναλάβουν.
Για την Ελλάδα το θέμα είναι ακόμη πιο σοβαρό εξαιτίας της υπογεννητικότητας, της γήρανσης και της αποδυνάμωσης της περιφέρειας. Η δημογραφική ανασυγκρότηση απαιτεί μια οικονομία που θα επιτρέπει στους νέους να εργάζονται με αξιοπρέπεια, να αποκτούν κατοικία, να δημιουργούν οικογένεια και να μεγαλώνουν τα παιδιά τους στον τόπο τους. Απαιτεί επίσης ισχυρή παραγωγή, καλύτερους μισθούς, ουσιαστικά μέτρα στήριξης της μητρότητας και επενδύσεις στις περιοχές που χάνουν διαρκώς πληθυσμό.
Οι συμφωνίες εργασιακής κινητικότητας οφείλουν να αξιολογούνται με βάση συγκεκριμένα στοιχεία για τις ανάγκες κάθε κλάδου, τις επιπτώσεις στους μισθούς, τις συνθήκες απασχόλησης και τις δυνατότητες κοινωνικής ένταξης. Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να προστατεύσει την παραγωγική της λειτουργία και κάθε δικαίωμα να καθορίσει τις προτεραιότητές της με γνώμονα το εθνικό συμφέρον. Το μέλλον της ελληνικής κοινωνίας αξίζει πολύ σοβαρότερη αντιμετώπιση από μια διαρκή αναζήτηση εργαζομένων στο εξωτερικό.
Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και οι σημερινοί Ευρωπαίοι επίτροποι θα ολοκληρώσουν κάποια στιγμή τη θητεία τους. Το ίδιο θα συμβεί με τους υπουργούς και τους πρωθυπουργούς που εγκρίνουν και εφαρμόζουν αυτές τις πολιτικές. Οι δημογραφικές μεταβολές, οι οικονομικές συνέπειες και οι κοινωνικές δυσκολίες που ενδεχομένως προκύψουν θα συνεχίσουν να επηρεάζουν την Ευρώπη για πολλές δεκαετίες.
Ας εξηγήσουν, λοιπόν, οι κυβερνώντες πώς οραματίζονται την Ελλάδα του 2050, πόσοι νέοι Έλληνες θα μπορούν να ζουν και να εργάζονται εδώ, ποιες οικογένειες θα στηρίζουν την ελληνική περιφέρεια και πώς σκοπεύουν να αντιμετωπίσουν τη συνεχή δημογραφική συρρίκνωση. Αυτές είναι οι απαντήσεις που περιμένει μια κοινωνία η οποία βλέπει τα παιδιά της να φεύγουν, την καθημερινότητά της να δυσκολεύει και την κυβέρνησή της να αναζητά το επόμενο εργατικό δυναμικό χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.
Ασπασία Κουρουπάκη
Βουλευτής Β1΄ Βόρειου Τομέα Αθηνών της ΝΙΚΗΣ

