Σε μια συνολική αποδόμηση της κυβερνητικής εικόνας για την οικονομία προχώρησε ο βουλευτής Β2΄ Δυτικού Τομέα Αθηνών της ΝΙΚΗΣ Ανδρέας Βορύλλας, κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής Απολογισμού και Γενικού Ισολογισμού του Κράτους, με αντικείμενο την Τριμηνιαία Έκθεση Σεπτεμβρίου 2026 του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ έθεσε στο επίκεντρο την ακρίβεια, τα φορολογικά έσοδα, τα δυσθεώρητα ιδιωτικά χρέη, την παραγωγική υστέρηση και την ενεργειακή πολιτική, ξεκαθαρίζοντας από την αρχή ότι «η διεθνής ενεργειακή αναταραχή δεν απαλλάσσει την κυβέρνηση από την ευθύνη για τη λειτουργία των εγχώριων αγορών».
Στάθηκε ιδιαίτερα στην επίμονη απόκλιση του ελληνικού πληθωρισμού από την Ευρωζώνη, ζητώντας ουσιαστικούς ελέγχους στον ανταγωνισμό, διαφάνεια στη διαμόρφωση των τιμών και κυρώσεις που πραγματικά αποτρέπουν καταχρηστικές πρακτικές. Παράλληλα, έθεσε θέμα ενεργειακού σχεδιασμού με αξιοποίηση των εγχώριων δυνατοτήτων, ώστε επιχειρήσεις και νοικοκυριά να πάψουν να βρίσκονται μονίμως εκτεθειμένα στις διεθνείς αναταράξεις.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στα δημοσιονομικά στοιχεία. Στο επτάμηνο Ιανουαρίου – Ιουλίου 2026, το προσαρμοσμένο Ενοποιημένο Πρωτογενές Αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης εμφάνισε πλεόνασμα 11,302 δισ. ευρώ, ενώ τα έσοδα από ΦΠΑ αυξήθηκαν κατά 2,037 δισ. ευρώ.
Ο Ανδρέας Βορύλλας απέφυγε εύκολες αριθμητικές γενικεύσεις, επιμένοντας ταυτόχρονα στην ουσία του προβλήματος: «Δεν αποδίδουμε αυθαίρετα ολόκληρη την αύξηση στον πληθωρισμό. Ζητούμε, όμως, σαφή αποτίμηση του πόσο συμβάλλει η ακρίβεια στην ενίσχυση των φορολογικών εσόδων».
Το μήνυμά του προς την κυβέρνηση ήταν σαφές. Η αύξηση των εισπράξεων από μια οικονομία υψηλών τιμών δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως απόδειξη οικονομικής ευημερίας. Όπως σημείωσε, «όταν η καθημερινή κατανάλωση φορολογείται βαριά, η βελτίωση των εισπράξεων δεν αρκεί ως απόδειξη ευημερίας», υπογραμμίζοντας ότι η δημοσιονομική αξιοπιστία προϋποθέτει κοινωνική αντοχή.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ πέρασε στη συνέχεια στις δημόσιες επενδύσεις, αξιοποιώντας ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της Έκθεσης: κάθε ευρώ δημόσιας επένδυσης συνδέεται σωρευτικά με περίπου 1,7 ευρώ πρόσθετου ΑΕΠ σε δύο χρόνια και 2,25 ευρώ σε τρία χρόνια.
Για τον Ανδρέα Βορύλλα, αυτό σημαίνει συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές. Αρδευτικά έργα, αντιπλημμυρική προστασία, ασφαλείς μεταφορές και ενεργειακές υποδομές πρέπει να αποκτήσουν πραγματική προτεραιότητα, με διαφανή έλεγχο κόστους και οφέλους, παρακολούθηση των καθυστερήσεων και δημόσια παρουσίαση των αποτελεσμάτων.
«Η ποιότητα του έργου και η έγκαιρη παράδοσή του καθορίζουν εάν τα χρήματα των φορολογουμένων αποδίδουν πραγματικά», τόνισε, ζητώντας παράλληλα δημόσιο απολογισμό του Ταμείου Ανάκαμψης ανά έργο, περιοχή και κατηγορία δικαιούχων.
Στο ίδιο πλαίσιο έθεσε το ζήτημα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, επισημαίνοντας την ανάγκη πρόσβασης σε πιστώσεις, σταθερού φορολογικού περιβάλλοντος και απλούστερων διαδικασιών. Η παραγωγική πολιτική, όπως υπογράμμισε, οφείλει να δίνει βάρος στη μεταποίηση και την αγροδιατροφή, ώστε να αυξηθεί το εγχώριο εισόδημα και να περιοριστεί η εξάρτηση της χώρας από εισαγόμενα προϊόντα.
Τα στοιχεία των οφειλών έδωσαν ακόμη πιο σκληρή διάσταση στην παρέμβασή του. Το συνολικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο προς τη φορολογική διοίκηση βρισκόταν στα 109,77 δισ. ευρώ, με 30,50 δισ. ευρώ να έχουν χαρακτηριστεί ανεπίδεκτα είσπραξης. Στο ΚΕΑΟ, οι ληξιπρόθεσμες ασφαλιστικές οφειλές είχαν φτάσει στα 52,42 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά περίπου 2,13 δισ. σε έναν χρόνο, με το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης να προέρχεται από πρόσθετα τέλη.
Ο Ανδρέας Βορύλλας ζήτησε βιώσιμες ρυθμίσεις, δόσεις προσαρμοσμένες στην πραγματική δυνατότητα πληρωμής και περιορισμό προσαυξήσεων για τους συνεπείς οφειλέτες, επιμένοντας ότι η πραγματική οικονομική αδυναμία πρέπει να αντιμετωπίζεται διαφορετικά από τη συνειδητή αποφυγή υποχρεώσεων.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην ελληνική περιφέρεια και τον πρωτογενή τομέα. Η εγκατάλειψη των χωριών, η απομάκρυνση νέων οικογενειών και η αποδυνάμωση της τοπικής παραγωγής, ανέφερε, δημιουργούν οικονομικό κόστος που δεν αποτυπώνεται πάντα στους συμβατικούς δείκτες.
Ζήτησε επενδύσεις που κρατούν πληθυσμό στην περιφέρεια, μαζί με υποδομές αποθήκευσης, τυποποίησης και διάθεσης αγροτικών προϊόντων, ώστε μεγαλύτερο μέρος της τελικής αξίας να παραμένει στον παραγωγό. Έθεσε επίσης θέμα ουσιαστικών ελέγχων στις παράνομες ελληνοποιήσεις και πλήρους διαφάνειας στις πληρωμές των αγροτικών ενισχύσεων. «Το δημόσιο χρήμα οφείλει να στηρίζει την πραγματική παραγωγή», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Κλείνοντας, ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ έφερε τη συζήτηση στο γεωπολιτικό πεδίο και στις ενεργειακές επιλογές της Ευρώπης. Ρώτησε τον Συντονιστή του Γραφείου Προϋπολογισμού τι μπορεί να σημαίνει για την Ελλάδα μια νέα επιδείνωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή και μια παρατεταμένη διαταραχή των ενεργειακών ροών.
Παράλληλα, επικαλέστηκε την πρόσφατη αμερικανορωσική συμφωνία για τη διάθεση ρωσικού ντίζελ, θέτοντας ευθέως ζήτημα επανεξέτασης της ευρωπαϊκής πολιτικής απέναντι στη ρωσική ενέργεια.
«Το να αγοράζουμε πετρέλαιο από το Καζακστάν και το Αζερμπαϊτζάν, γνωρίζοντας την προέλευσή του, και να μην έχουμε απευθείας επαφή, δεν είναι λάθος; Πρέπει να το ξανασκεφτούμε αυτό και ως Έλληνες και ως Ευρωπαίοι», ανέφερε.
Μια παρέμβαση που συνέδεσε τα δημόσια οικονομικά με όσα βιώνει καθημερινά η κοινωνία και έθεσε απέναντι στους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς τα χρέη, την ακρίβεια, την παραγωγική εξάρτηση και το πραγματικό αποτύπωμα της οικονομικής πολιτικής στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις.

