Ο Βουλευτής Λαρίσης της ΝΙΚΗΣ, Γεώργιος Ρούντας, παρενέβη στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος, θέτοντας στο επίκεντρο το κρίσιμο ζήτημα της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, της διάκρισης των εξουσιών και του τρόπου επιλογής της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων.
Με αφορμή τη συζήτηση για τα άρθρα 89 και 90 παράγραφος 5 του Συντάγματος, ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ άσκησε σκληρή κριτική στην κυβερνητική πρόταση, υπογραμμίζοντας ότι δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα της διαπλοκής μεταξύ δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας, αλλά το επιδεινώνει.
Ο κ. Ρούντας επισήμανε ότι το άρθρο 89, όπως ισχύει σήμερα, ρυθμίζει τα ασυμβίβαστα των δικαστικών λειτουργών, με στόχο τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας τους. Οι δικαστές δεν μπορούν να παρέχουν άλλη μισθωτή εργασία ούτε να ασκούν άλλο επάγγελμα, ενώ επιτρέπεται μόνο η συμμετοχή τους σε επιστημονικές, ερευνητικές ή διδακτικές δραστηριότητες, υπό τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος.
Όπως τόνισε, η λογική αυτή υπηρετεί τον πυρήνα του κράτους δικαίου. Οι δικαστές πρέπει να ασκούν τα καθήκοντά τους χωρίς εξωτερικές επιρροές, χωρίς οικονομικά συμφέροντα και χωρίς μελλοντικές προσδοκίες ανταλλάγματος. Η εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη δεν εξαρτάται μόνο από την πραγματική ανεξαρτησία των δικαστών, αλλά και από την εικόνα που εκπέμπει το ίδιο το θεσμικό σύστημα.
«Είναι θεμελιώδες οι πολίτες να νιώθουν ότι η Δικαιοσύνη απονέμεται σωστά, αντικειμενικά και ότι οι δικαστές δεν έχουν απολύτως τίποτα να περιμένουν από την εκάστοτε κυβέρνηση», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η κυβερνητική πρόταση, σύμφωνα με τον Γεώργιο Ρούντα, ανοίγει κερκόπορτα εξάρτησης. Προβλέπει την ανάθεση ειδικών διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς με απόφαση της Βουλής, όπως θα ορίζει ο νόμος, ενώ παράλληλα θέτει τριετή αποκλεισμό για συμμετοχή αφυπηρετησάντων δικαστών στην κυβέρνηση ή σε ανεξάρτητες αρχές.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ κατήγγειλε ότι η ρύθμιση αυτή είναι βαθιά προβληματική, διότι τα λεγόμενα «ειδικά διοικητικά καθήκοντα» θα καθορίζονται από νόμους που ψηφίζει η εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία και θα ανατίθενται μέσω της Βουλής, όπου επίσης κυριαρχεί η ίδια πλειοψηφία. Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση θα εξακολουθεί να ελέγχει το πλαίσιο, τη διαδικασία και την τελική εφαρμογή.
«Δηλαδή πάλι η κυβέρνηση θα κάνει και θα ελέγχει τα πάντα», σημείωσε, τονίζοντας ότι σε μια περίοδο όπου η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τη Δικαιοσύνη καταρρέει, η κυβέρνηση επιλέγει μια ρύθμιση που οδηγεί σε ακόμα μεγαλύτερη καχυποψία.
Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν η αναφορά του στον τριετή αποκλεισμό. Ο Γεώργιος Ρούντας υπογράμμισε ότι τα τρία χρόνια δεν επαρκούν σε ένα πολιτικό σύστημα όπου ο κυβερνητικός κύκλος μπορεί να εκτείνεται σε δύο τετραετίες. Έτσι, η εκάστοτε κυβέρνηση θα μπορεί να «κλείνει το μάτι» σε δικαστές που πλησιάζουν στην αφυπηρέτηση, καλλιεργώντας προσδοκίες για μελλοντικές θέσεις και οικονομικά οφέλη.
«Είναι πολύ λίγα τα τρία χρόνια και εντελώς τυπικά, για τα μάτια του κόσμου», ανέφερε, περιγράφοντας μια θεσμική σχέση δούναι και λαβεί, στην οποία οι δικαστές θα έχουν λόγο να περιμένουν κάτι από την κυβέρνηση και η κυβέρνηση λόγο να περιμένει κάτι από τους δικαστές.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ στάθηκε στον τρόπο ανάδειξης της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων. Υπογράμμισε ότι όσο η εκάστοτε κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός έχουν τον αποφασιστικό λόγο για τους διορισμούς, πάνω από τη Δικαιοσύνη θα πλανάται βαριά θεσμική σκιά.
«Δεν αρκεί η Δικαιοσύνη να είναι ανεξάρτητη. Πρέπει και να φαίνεται ανεξάρτητη», τόνισε, επισημαίνοντας ότι καμία εξουσία δεν πρέπει να διαμορφώνει την ηγεσία της εξουσίας που καλείται να την ελέγχει.
Ο κ. Ρούντας υπενθύμισε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στις ετήσιες εκθέσεις της για το κράτος δικαίου, έχει επισημάνει αρνητικά ότι η επιλογή της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων στην Ελλάδα παραμένει αρμοδιότητα της κυβέρνησης. Αναφέρθηκε επίσης στον νόμο 5123/2024, με τον οποίο εισήχθη διαδικασία μυστικής ψηφοφορίας στα ανώτατα δικαστήρια ως προστάδιο της επιλογής, τονίζοντας όμως ότι η τελική απόφαση εξακολούθησε να ανήκει στο Υπουργικό Συμβούλιο.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην ανακοίνωση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων της 23ης Ιουλίου 2025, με τίτλο «Το τέλος των ψευδαισθήσεων ή μαθήματα για το πώς ακυρώνεται ένας νόμος στην πράξη», υπογραμμίζοντας ότι ακόμη και οι ίδιοι οι δικαστές κατήγγειλαν κυβερνητική αυθαιρεσία στην εφαρμογή του νόμου.
Απέναντι στην κυβερνητική πρόταση για επιλογή της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων από ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή, ο Γεώργιος Ρούντας αναρωτήθηκε το «ποιος θα έχει την πλειοψηφία σε αυτήν την επιτροπή»; Η απάντηση, όπως είπε, είναι προφανής: «η κυβέρνηση, μέσω των βουλευτών της. Άρα, στην ουσία, πάλι η κυβέρνηση και πάλι ο πρωθυπουργός θα επιλέγουν την ηγεσία της Δικαιοσύνης».
Σύμφωνα με τον ίδιο, η θέση της ΝΙΚΗΣ είναι ότι η εκτελεστική εξουσία δεν πρέπει να έχει καμία αρμοδιότητα στην ανάδειξη της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων. Η αρμοδιότητα αυτή πρέπει να ανατεθεί σε πλήρως αποσυνδεδεμένο συλλογικό όργανο, ανεξάρτητο από την εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία.
Παράλληλα, ζητά να αποκλειστεί πλήρως η δυνατότητα διορισμού αφυπηρετησάντων δικαστών σε θέσεις προέδρων και μελών διοικητικών συμβουλίων ανεξάρτητων αρχών, οργανισμών και δημοσίων εταιρειών. Ζητά επίσης να μην επιτρέπεται η επιλογή συνδικαλιστών δικαστών σε ηγετικές θέσεις της Δικαιοσύνης, ούτε σε υπηρεσιακά ή πειθαρχικά συμβούλια, ούτε σε καθήκοντα επιθεώρησης.
Η κυβερνητική πρόταση για την αναθεώρηση των συγκεκριμένων άρθρων δεν θεραπεύει την παθογένεια αλλά τη μεταμφιέζει. Και σε μια χώρα όπου η εμπιστοσύνη στους θεσμούς δοκιμάζεται καθημερινά, η ΝΙΚΗ επιμένει ότι η Δικαιοσύνη πρέπει να απελευθερωθεί από κάθε πρωθυπουργική, κυβερνητική και κομματική σκιά.

